Όταν η θερμοκρασία πέφτει κάτω από τους -7°C, η ελιά αρχίζει να παθαίνει ζημιές, και στους -12°C ή χαμηλότερα κινδυνεύουν πλέον τα κύρια κλαδιά και ο κορμός, ιδίως τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, όταν τα δέντρα δεν έχουν ακόμη εγκλιματιστεί στο χειμωνιάτικο κρύο. Ανάμεσα στις ελληνικές ποικιλίες ελιάς οι διαφορές είναι μεγάλες, ενώ οι ποικιλίες που αντέχουν περισσότερο στο κρύο χρειάζονται συνήθως και περισσότερο χειμερινό ψύχος για να ανθίσουν, οπότε η πιο ανθεκτική ποικιλία δεν είναι πάντα και η πιο παραγωγική για ένα κτήμα.
Η ελιά παθαίνει ζημιές κάτω από τους -7°C
Το όριο των -7°C είναι προσέγγιση, γιατί η ζημιά εξαρτάται από τη διάρκεια του κρύου, την υγρασία του αέρα και του εδάφους, τον αέρα, τον καιρό πριν από τον παγετό και τη θρεπτική κατάσταση του κάθε δέντρου, ώστε δέντρα του ίδιου ελαιώνα να παθαίνουν διαφορετική ζημιά. Όταν η θερμοκρασία πέφτει σταδιακά, η ελιά μπορεί να αντέξει έως τους -12°C χωρίς ζημιά, ενώ περιοχές όπου το θερμόμετρο κατεβαίνει συχνά κάτω από τους -4 με -5°C δεν ενδείκνυνται για ελαιώνα.
Τα φυτά που έχουν περάσει σταδιακά στο κρύο, μέσα από τον εγκλιματισμό του φθινοπώρου, αντέχουν χαμηλότερες θερμοκρασίες, ενώ ένας πρώιμος παγετός, ή μια ζέστη που ξυπνά το δέντρο πριν από νέο κρύο, προκαλεί τις βαρύτερες ζημιές, και οι νεαροί ιστοί είναι πολύ πιο ευαίσθητοι από τους παλιούς. Γι' αυτό ένας παγετός του Νοεμβρίου μπορεί να κάνει μεγαλύτερη ζημιά από έναν χαμηλότερο παγετό του Ιανουαρίου.
Ο καρπός παγώνει νωρίτερα από το δέντρο, αφού στους -2 με -4°C για μία ώρα ο ελαιόκαρπος συρρικνώνεται μόνιμα, με τον πράσινο καρπό να είναι πιο ευαίσθητος από τον μαύρο, και οι παγωμένοι καρποί δεν κάνουν πια για κονσερβοποίηση, αν και μπορούν ακόμη να ελαιοποιηθούν. Για τα δέντρα που χτυπήθηκαν, το κλάδεμα αποκατάστασης μετά από παγετό γίνεται αφού φανεί ως πού έφτασε η ζημιά.

Οι νεαροί ιστοί είναι πολύ πιο ευαίσθητοι στον παγετό από τους παλιούς, και ο πρώιμος παγετός πριν από τον εγκλιματισμό κάνει τη μεγαλύτερη ζημιά.
Η αντοχή στο ψύχος διαφέρει από την ανάγκη σε ψύχος
Η ελιά είναι από τα λίγα αειθαλή καρποφόρα δέντρα που χρειάζονται κρύο για να ανθίσουν. Χρειάζεται τουλάχιστον δέκα εβδομάδες με θερμοκρασία κάτω από 16°C ώστε οι βλαστοφόροι οφθαλμοί να διαφοροποιηθούν σε ανθοφόρους, και οι ποικιλίες διαφέρουν πολύ σε αυτή την απαίτηση. Στην Κορωνέικη, στη Μεγαρείτικη, στην Κολοβή, στην Πατρινή και στη Λιανολιά Κερκύρας άνθη σχηματίζονται με θερμοκρασίες έως 16°C, ενώ στην Αμφίσσης και στη Χονδρολιά Χαλκιδικής το όριο πέφτει στους 12°C, οπότε οι δύο τελευταίες δεν είναι παραγωγικές σε περιοχές με ζεστό χειμώνα, όπως τα παράλια της Κρήτης.
Κατά το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου, αποτελεσματικό για την άνθηση είναι το ψύχος μεταξύ 5 και 12°C, και οι ποικιλίες που καλλιεργούνται σε ψυχρά κλίματα και είναι γνωστές για την αντοχή τους χρειάζονται περισσότερες ώρες ψύχους για ικανοποιητική άνθηση, ενώ η Κορωνέικη και η Arbequina ανθίζουν ακόμη και μετά από ήπιους χειμώνες.
Το ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ το έλεγξε σε ελληνικές ποικιλίες στα Χανιά, μεταφέροντας φυτά σε θερμοκήπιο για έναν, δύο ή τρεις μήνες τον χειμώνα. Την πρώτη χρονιά η έλλειψη ψύχους μείωσε τις ταξιανθίες και στις τέσσερις ποικιλίες, τη Μαστοειδή, την Αμφίσσης, τη Λευκολιά Σερρών και την Κορωνέικη, ενώ τη δεύτερη χρονιά η Μαστοειδής έχασε ταξιανθίες στους τρεις μήνες θερμοκηπίου και η Κορωνέικη καθόλου. Στην πράξη, μια ποικιλία του Βορρά που φυτεύεται σε θερμό νότιο κτήμα κινδυνεύει να μην ανθίσει καλά, και ο κίνδυνος μεγαλώνει καθώς οι χειμώνες γίνονται θερμότεροι.
Πώς βαθμολογούνται οι ελληνικές ποικιλίες
Ο οδηγός ποικιλιών του φυτωρίου Κωστελένου, που αξιολογεί από το 1991 ελληνικές και ξένες ποικιλίες στην Τροιζηνία, βαθμολογεί την αντοχή στο ψύχος σε κλίμακα από 1, για τις ευαίσθητες, έως 4, για τις πολύ ανθεκτικές. Είναι η πιο πλήρης συγκριτική καταγραφή για ελληνικές ποικιλίες, προέρχεται όμως από παρατήρηση σε έναν τόπο και όχι από ελεγχόμενο πείραμα.
| Ποικιλία | Περιοχή | Χρήση | Αντοχή στο ψύχος (1 έως 4) |
| Ντόπια Βεροίας | Ημαθία | Λάδι | 3,5 |
| Χονδρολιά Χαλκιδικής | Χαλκιδική | Διπλής χρήσης | 3 |
| Ντόπια Πιερίας | Πιερία | Λάδι | 3 |
| Μαυρολιά Σερρών | Σέρρες | Διπλής χρήσης | 3 |
| Μαρωνείας ή Μάκρης | Θράκη | Διπλής χρήσης | 3 |
| Θρούμπα Θάσου | Θάσος | Διπλής χρήσης | 3 |
| Μαστοειδής ή Τσουνάτη | Κρήτη, Πελοπόννησος | Λάδι | 3 |
| Πετρολιά Σερρών | Σέρρες | Διπλής χρήσης | 2,5 |
| Κοθρέικη ή Μανάκι | Πελοπόννησος | Διπλής χρήσης | 2,5 |
| Μεγαρείτικη | Αττική, Κορινθία | Διπλής χρήσης | 2,5 |
| Λιανολιά Κερκύρας | Ιόνιο, Ήπειρος | Λάδι | 2,5 |
| Αμφίσσης ή Κονσερβολιά | Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία | Βρώσιμη | 2 |
| Καλαμών | Πελοπόννησος, Κρήτη | Βρώσιμη | 2 |
| Κορωνέικη | Πελοπόννησος, Κρήτη | Λάδι | 2 |
Πηγή: Κωστελένος και Βλασάκη, Οδηγός ποικιλιών και δενδρυλλίων ελιάς. Κλίμακα αντοχής στο ψύχος: 1 ευαίσθητη, 2 κανονική, 3 ανθεκτική, 4 πολύ ανθεκτική.
Οι ποικιλίες των ορεινών περιοχών της νότιας Ελλάδας
Η Τσουνάτη ή Μαστοειδής είναι η ποικιλία που αντικαθιστά την Κορωνέικη εκεί όπου τελειώνει η ζώνη της, στα ψυχρότερα κτήματα της Κρήτης και της Πελοποννήσου, και καλλιεργείται έως τα 1.000 μέτρα. Η ίδια όμως, στο πείραμα του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, έδειξε ότι χρειάζεται επαρκές ψύχος για να ανθίσει, ενώ η Κορωνέικη όχι.
Το Μανάκι ή Κοθρέικη συναντάται συχνά πάνω από τα 700 μέτρα στην Κορινθία, την Αργολίδα και την Αρκαδία, και η Μεγαρείτικη χαρακτηρίζεται ανεκτική στο ψύχος στις ημιορεινές ζώνες της Αττικής, της Βοιωτίας και της Κορινθίας. Και οι δύο παίρνουν 2,5 στην κλίμακα του Κωστελένου, δηλαδή βρίσκονται ανάμεσα στην κανονική και στην ανθεκτική αντοχή.
Η Αμφίσσης ή Κονσερβολιά είναι η περίπτωση όπου οι πηγές διαφωνούν περισσότερο. Ο οδηγός του Κωστελένου της δίνει 2, κανονική αντοχή, ενώ σε ιρανική μελέτη επτά ποικιλιών η Amphisis έδειξε τη μεγαλύτερη αντοχή στον παγετό, με την Κορωνέικη ανάμεσα στις ευαίσθητες. Στο Πήλιο τα δέντρα αντέχουν ακόμη και όταν σκεπάζονται από χιόνι. Σε κάθε περίπτωση θέλει πολύ ψύχος για να ανθίσει, οπότε ταιριάζει σε ψυχρές θέσεις και όχι σε θερμά παράλια.
Οι ντόπιες ποικιλίες της Βόρειας Ελλάδας
Στη Βόρεια Ελλάδα οι χειμώνες είναι δριμείς και μπορούν να νεκρώσουν το δέντρο, γι' αυτό η ελαιοκαλλιέργεια περιορίζεται κυρίως στις παραθαλάσσιες ζώνες. Εκεί έχουν επιβιώσει ντόπιες ποικιλίες προσαρμοσμένες στο κρύο, οι περισσότερες με τοπική μόνο διάδοση.
Η Χονδρολιά Χαλκιδικής είναι η πιο διαδεδομένη, με την ποικιλία Χαλκιδικής να καλύπτει το 27% της έκτασης επιτραπέζιας ελιάς της χώρας, και συνδυάζει καλή αντοχή στο ψύχος με μεγάλη ανάγκη σε χειμερινό ψύχος. Στις Σέρρες καλλιεργούνται η Μαυρολιά, η Πετρολιά και η Λευκολιά Σερρών, με την τελευταία να κατατάσσεται από το ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ στις ποικιλίες που προέρχονται από ορεινές και ψυχρότερες περιοχές. Στην κλίμακα του Κωστελένου, τον υψηλότερο βαθμό από τις ελληνικές ποικιλίες του πίνακα παίρνει η Ντόπια Βεροίας, με 3,5, ενώ η Ντόπια Πιερίας και η Μαρωνείας της Θράκης παίρνουν 3.
Οι ποικιλίες αυτές έχουν μελετηθεί πολύ λιγότερο από τις κύριες εμπορικές, και το πολλαπλασιαστικό υλικό τους δεν βρίσκεται σε κάθε φυτώριο. Για νέο ελαιώνα στον Βορρά, τα δέντρα που αντέχουν εδώ και δεκαετίες στα γύρω χωριά είναι ο πιο αξιόπιστος οδηγός για την ποικιλία.
Η Κορωνέικη είναι η πιο ευαίσθητη από τις κύριες ποικιλίες
Το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου κατατάσσει την Κορωνέικη στις ποικιλίες ευαίσθητες στον παγετό, μαζί με τις ιταλικές Frantoio και Coratina, και πάνω από τα 400 μέτρα περίπου αντικαθίσταται συνήθως από ανθεκτικότερες ποικιλίες. Όταν ομάδα παραγωγών τη φύτεψε στα Τρίκαλα, τα δέντρα μπήκαν νωρίς σε καρποφορία, ώσπου ένας έντονος παγετός προκάλεσε καρκινώματα στον κορμό και σταμάτησε σχεδόν την ανάπτυξή τους, όπως καταγράφει η επισκόπηση των ελληνικών ποικιλιών του Wikifarmer.
Η ίδια ιδιότητα που την κάνει ευάλωτη στο κρύο την κάνει όμως κατάλληλη για τον θερμό Νότο. Επειδή χρειάζεται λίγο χειμερινό ψύχος, η Κορωνέικη ανθίζει και μετά από ήπιους χειμώνες, κάτι που με τους θερμότερους χειμώνες της κλιματικής αλλαγής γίνεται όλο και σημαντικότερο πλεονέκτημα.
Τρεις ισπανικές και μία ιταλική ποικιλία ξεχωρίζουν για την αντοχή τους
Στον κατάλογο του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου ως ανθεκτικές στον παγετό αναφέρονται η Picual και η Cornicabra από την Ισπανία, η Leccino από την Ιταλία, η Zard από το Ιράν και η Sourani από τον Λίβανο. Σε μελέτη οκτώ ισπανικών ποικιλιών, που συνδύασε εργαστηριακές μετρήσεις με τις ζημιές από φυσικό παγετό στο χωράφι, η Cornicabra, η Arbequina και η Picual είχαν τις λιγότερες ζημιές, ενώ η Empeltre είχε ζημιά σε όλους τους βλαστούς, με θερμοκρασία θανάτου των φύλλων στους -9,5°C.
Για την Arbequina τα αποτελέσματα αλλάζουν έντονα από τόπο σε τόπο. Σε αξιολόγηση 24 ποικιλιών στην Ιταλία ήταν ανάμεσα σε εκείνες με τις μεγαλύτερες ζημιές, και μετά από τον όψιμο παγετό του Απριλίου 2022 στην ακτή της Αδριατικής έχασε το 6% των ταξιανθιών σε έναν ελαιώνα και το 95% σε έναν άλλον της ίδιας περιοχής. Η φήμη μιας ποικιλίας για αντοχή δεν εγγυάται επομένως το αποτέλεσμα σε ένα συγκεκριμένο κτήμα, κάτι που ισχύει και για τις ξένες ποικιλίες που προτείνονται σε πυκνές φυτεύσεις.
Η θέση του ελαιώνα κρίνει την αντοχή όσο και η ποικιλία
Σε βορινή, ψυχρή και ανεμόπληκτη έκθεση η ελιά δεν καλλιεργείται πάνω από τα 300 μέτρα, ενώ σε ανατολική ή νότια, ζεστή και προφυλαγμένη από τους ψυχρούς ανέμους θέση μπορεί να φτάσει έως τα 1.000 μέτρα. Ο κρύος αέρας είναι βαρύτερος και κατεβαίνει στα χαμηλά σημεία, οπότε οι κοιλάδες και τα βυθίσματα παγώνουν συχνά περισσότερο από τις πλαγιές που βρίσκονται από πάνω τους.
Οι ποικιλίες και τα δέντρα με μέτρια πυκνή κόμη, που αφήνει το φως να μπαίνει στο εσωτερικό, αντέχουν καλύτερα, και το κλάδεμα των πυκνών κομών με τα κατάλληλα κλαδευτικά βελτιώνει την αντοχή στο κρύο. Επειδή η ζημιά από τον παγετό διαφέρει και με τη θρεπτική κατάσταση του δέντρου, ένα πρόγραμμα με λιπάσματα βάσει εδαφολογικής και φυλλοδιαγνωστικής ανάλυσης είναι μέρος της προστασίας.
|
Εφόδια για τον ελαιώνα στο Farmclick Κλαδευτικά για το αραίωμα της κόμης και την αποκατάσταση μετά από παγετό, λιπάσματα για τη θρέψη του δέντρου και εδαφοβελτιωτικά για νέες φυτεύσεις, από προμηθευτές σε όλη την Ελλάδα. |
Σημαντικές σημειώσεις
Οι βαθμολογίες και τα όρια θερμοκρασίας είναι ενδείξεις. Η ζημιά από τον παγετό εξαρτάται από τη διάρκεια του κρύου, τον εγκλιματισμό, την ηλικία και τη θρεπτική κατάσταση του δέντρου, την υγρασία του εδάφους και τη θέση του ελαιώνα, και οι μελέτες για την ίδια ποικιλία δίνουν συχνά διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με τη μέθοδο και τον τόπο. Πριν από νέα φύτευση σε ψυχρή περιοχή, τα μετεωρολογικά στοιχεία της περιοχής για τα τελευταία χρόνια, η συμπεριφορά των γειτονικών ελαιώνων και η γνώμη του τοπικού γεωπόνου είναι πιο αξιόπιστοι οδηγοί από κάθε γενική κατάταξη.
Πηγές
- Barranco, D., Ruiz, N., Gómez-del Campo, M. (2005). Frost tolerance of eight olive cultivars. HortScience, 40(3), 558-560.
- Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου. Frost, World Catalogue of Olive Varieties.
- Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου. Chalkidikis, World Catalogue of Olive Varieties.
- Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου. High temperatures, World Catalogue of Olive Varieties.
- Koubouris, G., Limperaki, I., Darioti, M., Sergentani, C. (2019). Effects of various winter chilling regimes on flowering quality indicators of Greek olive cultivars. Biologia Plantarum, 63, 504-510.
- Κωστελένος, Γ. Δ., Βλασάκη, Ε. Κ. Οδηγός ποικιλιών και δενδρυλλίων ελιάς. ISBN 978-618-84882-1-2.
- Μπαρτζώκας, Ν. (2023). Ο ρόλος του ψύχους στην καρποφορία της ελιάς. Σύνδεσμος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης.
- Saadati, S., Baninasab, B., Mobli, M., Gholami, M. (2019). Measurements of freezing tolerance and their relationship with some biochemical and physiological parameters in seven olive cultivars. Acta Physiologiae Plantarum, 41(4).
- Frontiers in Plant Science (2024). An easy methodology for frost tolerance assessment in olive cultivars. Ανασκόπηση και πειραματικά αποτελέσματα, με αναφορά στην αξιολόγηση 24 ποικιλιών των Lodolini κ.ά. (2016).
- Zucchini, M., Lodolini, E. M., Giorgi, V., Neri, D. (2026). Response of different olive cultivars to late frosts in the Marche region. Università Politecnica delle Marche.







