Η ελιά Μανάκι ή Κοθρέικη και τα χαρακτηριστικά της

Wikifarmer

Συντακτική Ομάδα

8' χρόνος ανάγνωσης
23/09/2026
Η ελιά Μανάκι ή Κοθρέικη και τα χαρακτηριστικά της

Στην Κορινθία, την Αργολίδα και την Αρκαδία, η ποικιλία που οι παραγωγοί λένε Μανάκι είναι ευρέως διαδεδομένη και καταγράφεται στη γεωπονική βιβλιογραφία ως Κοθρέικη, με επιστημονική ονομασία Olea europaea var. minor rotunda. Ανάμεσα στις ελληνικές ποικιλίες ελιάς ξεχωρίζει για την ανοχή της στο ψύχος, για τη διπλή χρήση του καρπού, που δίνει ελαιόλαδο και μαύρες επιτραπέζιες ελιές, και για το ότι αποτελεί τη βάση τριών ελαιολάδων ΠΟΠ στην Αργολίδα και στον Αργοσαρωνικό.

Με ποια ονόματα κυκλοφορεί η ποικιλία

Το εργαστηριακό υλικό του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών δίνει ως συνώνυμα της Κοθρέικης το Μανάκι, το Γλυκομάνακο και τη Μανακολιά. Στην πράξη το Μανάκι είναι το όνομα που ακούγεται στα χωριά και στα ελαιοτριβεία της ανατολικής Πελοποννήσου, ενώ η Κοθρέικη εμφανίζεται κυρίως σε επιστημονικές εργασίες και σε καταλόγους φυτωρίων, όπου τα δύο ονόματα γράφονται συχνά μαζί ως «Μανάκι-Κοθρέικη». Η διπλή αναγραφή περιορίζει τον κίνδυνο λάθους όταν παραγγέλνονται δενδρύλλια.

Το Αγουρομάνακο είναι διαφορετική ποικιλία

Η Αγουρομανακολιά, γνωστή και ως Αγουρομάνακο, καλλιεργείται στις ίδιες περιοχές της Κορινθίας και της Αργολίδας, και γι' αυτό συγχέεται συχνά με το Μανάκι, ακόμη και σε τοπικά δημοσιεύματα που χρησιμοποιούν τα δύο ονόματα σαν να ήταν ταυτόσημα. Το ΓΠΑ την καταγράφει ως ξεχωριστή μεσόκαρπη ποικιλία, όψιμης ωρίμανσης, με ελαιοπεριεκτικότητα γύρω στο 30% του βάρους και σχέση σάρκας προς πυρήνα 6 προς 1, ενώ για την Κοθρέικη δίνει ελαιοπεριεκτικότητα 20% και σχέση 5,7 προς 1. Η διαφορά στο λάδι είναι αρκετά μεγάλη ώστε η ταυτότητα της ποικιλίας να αλλάζει τον υπολογισμό της απόδοσης ενός ελαιώνα, οπότε σε νέες φυτεύσεις αξίζει να ζητείται από το φυτώριο ρητά η Κοθρέικη.

Πού καλλιεργείται το Μανάκι

Η ποικιλία συναντάται σε όλη την Πελοπόννησο, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στην Κορινθία, την Αργολίδα και την Αρκαδία. Στον Αργοσαρωνικό είναι η κύρια ποικιλία της Τροιζηνίας, δηλαδή των Μεθάνων, του Πόρου και της Τροιζήνας, όπου οριοθετείται και το ομώνυμο ελαιόλαδο ΠΟΠ.

Η ανοχή της στο ψύχος της επιτρέπει να ανεβαίνει σε ημιορεινές ζώνες όπου η Κορωνέικη δεν αποδίδει, και η παλαιότερη επισκόπηση των ελληνικών ποικιλιών τη συναντά συχνά πάνω από τα 700 μέτρα. Ακόμη ψηλότερα η επιλογή μετατοπίζεται προς την Τσουνάτη, που καλλιεργείται έως τα 1.000 μέτρα.

Πώς είναι ο καρπός και το δέντρο

Ο καρπός είναι ωοειδής ή σφαιρικός, με μέσο βάρος 4,7 γραμμάρια και σχέση σάρκας προς πυρήνα 5,7 προς 1, ενώ ο πυρήνας είναι κυλινδρικός, με ακίδα και επτά γλυφές. Με αυτό το βάρος το ΓΠΑ κατατάσσει την Κοθρέικη στις αδρόκαρπες ποικιλίες, στο κατώτερο άκρο μιας κλίμακας που ξεκινά από τα 4,3 γραμμάρια. Η επισκόπηση των ελληνικών ποικιλιών του Wikifarmer τη θεωρεί μεσόκαρπη, ενώ συνεταιριστικές και εμπορικές πηγές αναφέρουν καρπό μόλις 2,2 έως 2,9 γραμμαρίων. Με τόσο μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στις πηγές, η κατάταξη στις ποικιλίες διπλής χρήσης περιγράφει την Κοθρέικη ακριβέστερα από οποιαδήποτε κατηγορία μεγέθους.

Το δέντρο φτάνει τα 5 με 7 μέτρα και είναι αυτογόνιμο, όπως έδειξε η σύγκριση της ανθοφορίας και της αυτεπικονίασης σε δώδεκα ελληνικές ποικιλίες. Καρποφορεί επομένως και σε αμιγείς φυτεύσεις, χωρίς να εξαρτάται από επικονιάστρια ποικιλία.

Πότε συγκομίζεται ο καρπός

Η Κοθρέικη ωριμάζει αργά, και στην Τροιζηνία η συγγραφή υποχρεώσεων του ΠΟΠ ορίζει ότι η συγκομιδή ξεκινά τον Νοέμβριο, με καρπό ελαφρώς άγουρο, και ολοκληρώνεται τον Φεβρουάριο, με τον κύριο όγκο να μαζεύεται τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο. Ο καρπός συγκομίζεται κυρίως όταν το χρώμα του περάσει από το πράσινο στο μελανοϊώδες και δεν αφήνεται να υπερωριμάσει στο δέντρο, γιατί τότε χάνει βάρος και όγκο, το λάδι χάνει άρωμα και η οξύτητά του ανεβαίνει.

Η Κορωνέικη συγκομίζεται από τα μέσα Οκτωβρίου και κορυφώνεται τον Νοέμβριο, οπότε σε ελαιώνες με τις δύο ποικιλίες το Μανάκι μαζεύεται ένα με δύο μήνες αργότερα. Η συλλογή γίνεται παραδοσιακά με χτένες και σπανιότερα με το χέρι, και ο καρπός μεταφέρεται στο ελαιοτριβείο την ίδια ημέρα, σε σάκους από γιούτα που επιτρέπουν τον αερισμό.

Για επιτραπέζια χρήση το ΓΠΑ κατατάσσει την ποικιλία σε αυτές που δίνουν μαύρες ελιές κονσέρβας, οπότε ο καρπός μαζεύεται σε πλήρη ωρίμανση, όταν έχει πάρει το τελικό σκούρο χρώμα του.

Πόσο λάδι δίνει ο καρπός

Με ελαιοπεριεκτικότητα 20% του βάρους, θεωρητικά χρειάζονται πέντε κιλά ελιές για ένα κιλό λάδι. Στο ελαιοτριβείο η απόδοση βγαίνει συνήθως χαμηλότερη, επειδή η μηχανική παραλαβή δεν ανακτά όλο το λάδι του καρπού και επειδή η ελαιοπεριεκτικότητα αλλάζει με την ωρίμανση. Η ίδια πηγή δίνει για την Κορωνέικη 27%, οπότε σε ίση ποσότητα καρπού το Μανάκι αποδίδει λιγότερο λάδι.

Για την απόδοση ανά δέντρο δεν υπάρχει επίσημη βιβλιογραφία με μετρήσεις για την Κοθρέικη. Οι εκτιμήσεις που κυκλοφορούν στηρίζονται στην εμπειρία των παραγωγών και των φυτωρίων της ανατολικής Πελοποννήσου, που ξέρουν από χρόνια τι δίνουν τα δέντρα τους, και διαφέρουν πολύ από ελαιώνα σε ελαιώνα ανάλογα με την ηλικία των δέντρων, την άρδευση και την παρενιαυτοφορία, με τον ίδιο τρόπο που ισχύει για την απόδοση της Κορωνέικης ανά δέντρο.

Τι χαρακτηρίζει το ελαιόλαδο του Μανακιού

Σε 199 δείγματα παρθένου ελαιολάδου από τέσσερις ελληνικές ποικιλίες, οι ερευνητές του ΓΠΑ μέτρησαν στο λάδι του Μανακιού ελαϊκό οξύ κατά μέσο όρο 70,15% και λινελαϊκό οξύ 13,35% κατά μέσο όρο, το υψηλότερο από τις τέσσερις ποικιλίες, έναντι 74,70% και 6,70% αντίστοιχα στην Κορωνέικη. Το προφίλ των λιπαρών οξέων χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη για να διακριθούν τα λάδια ανά ποικιλία, στοιχείο χρήσιμο για την ταυτοποίηση των μονοποικιλιακών ελαιολάδων. Το λινελαϊκό είναι πολυακόρεστο λιπαρό οξύ και οξειδώνεται ευκολότερα από το ελαϊκό, γι' αυτό το λάδι του Μανακιού θέλει προσεκτική αποθήκευση, μακριά από φως, θερμότητα και αέρα.

Η συγγραφή υποχρεώσεων της Τροιζηνίας περιγράφει λάδι με βάση το Μανάκι κίτρινο έως πρασινοκίτρινο, ανάλογα με την ωριμότητα του καρπού, με γεύση που στηρίζεται στο γλυκό ή στο πικρό και με πικράδα που υποχωρεί σταδιακά μέσα σε λίγους μήνες, ενώ στο άρωμα επικρατεί το φρουτώδες του φρεσκοκομμένου καρπού.

Τρία ελαιόλαδα ΠΟΠ βασίζονται στο Μανάκι

Το Λυγουριό Ασκληπιείου αναγνωρίστηκε με υπουργική απόφαση το 1993 και καταχωρίστηκε στην ΕΕ με την πρώτη σειρά ελληνικών ονομασιών το 1996. Αφορά εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο από την ποικιλία Μανάκι που καλλιεργείται στα διοικητικά όρια του πρώην Δήμου Ασκληπιείου της Αργολίδας.

Η Τροιζηνία, καταχωρισμένη το 2007, επιτρέπει λάδι αποκλειστικά από Μανάκι ή με συμμετοχή Κορωνέικης που δεν ξεπερνά το 50%, ενώ στο ΠΟΠ Κρανίδι Αργολίδας, που παράγεται στην Ερμιονίδα, το λάδι προέρχεται σύμφωνα με τοπικό τυποποιητή κατά 80% από Μανάκι και κατά 20% από Κορωνέικη.

Σε νέες φυτεύσεις μέσα σε αυτές τις ζώνες, η επιλογή ποικιλίας καθορίζει αν το λάδι θα μπορεί να διατεθεί με την ένδειξη ΠΟΠ, αφού οι προδιαγραφές ορίζουν την ποικιλιακή του σύνθεση. Ο πλήρης κατάλογος των ονομασιών, με τις αποφάσεις και τις προδιαγραφές τους, τηρείται από το ΥΠΑΑΤ.

Πώς συγκρίνεται με την Κορωνέικη

Χαρακτηριστικό Μανάκι (Κοθρέικη) Κορωνέικη
Χρήση Λάδι και μαύρες επιτραπέζιες Λάδι
Μέσο βάρος καρπού 4,7 γραμμάρια Κάτω από 2,6 γραμμάρια
Ελαιοπεριεκτικότητα 20% 27%
Σάρκα προς πυρήνα 5,7 προς 1 6,6 προς 1
Ελαϊκό και λινελαϊκό οξύ 70,15% και 13,35% 74,70% και 6,70%
Ψύχος Ανεκτική Ευαίσθητη
Κύρια συγκομιδή Δεκέμβριος και Ιανουάριος Οκτώβριος και Νοέμβριος
Θνησιμότητα σε τεχνητή μόλυνση με βερτισίλλιο 100% 0%

Πηγές: ΓΠΑ, εργαστηριακό υλικό ποικιλιών ελιάς. Revelou κ.ά., 2021. Markakis κ.ά., 2022. Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ, C 128/2006.

Σε ποιες συνθήκες ευδοκιμεί

Το ΓΠΑ χαρακτηρίζει την Κοθρέικη ανεκτική στο ψύχος, στους ανέμους και στην ξηρασία, και στην Τροιζηνία, σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων του ΠΟΠ, μόλις το 25% των ελαιώνων ποτίζεται, με λάστιχα, με σταγόνες ή με καταιονισμό.

Στη θρέψη, σε πείραμα με νεαρά ριζωμένα μοσχεύματα σε τρία διαφορετικά εδάφη, η Κοθρέικη ανέπτυξε μεγαλύτερη βιομάζα από την Κορωνέικη και απορρόφησε περισσότερο μαγγάνιο, σίδηρο και ψευδάργυρο ανά φυτό, κρατώντας το 74 έως 80% του μαγγανίου στις ρίζες έναντι 44 έως 56% στην Κορωνέικη. Οι ερευνητές θεωρούν τη συγκράτηση στις ρίζες πιθανό μηχανισμό προστασίας σε εδάφη πλούσια σε μαγγάνιο, ενώ η χαμηλότερη αποτελεσματικότητα χρήσης μαγγανίου και σιδήρου που μέτρησαν σημαίνει ότι το φυτό καταναλώνει περισσότερο από τα στοιχεία αυτά για την ίδια ανάπτυξη. Επειδή τα αποτελέσματα προέρχονται από φυτά σε σάκους και όχι από παραγωγικά δέντρα, η θρέψη του ελαιώνα ρυθμίζεται με φυλλοδιαγνωστική ανάλυση, και όπου η ανάλυση δείξει έλλειψη σιδήρου ή μαγγανίου εφαρμόζονται λιπάσματα ιχνοστοιχείων.

Η βερτισιλλίωση είναι η σοβαρότερη ευπάθεια της ποικιλίας

Στην αξιολόγηση του Ινστιτούτου Ελιάς του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ στα Χανιά, νεαρά φυτά δέκα ποικιλιών μολύνθηκαν τεχνητά με εμβάπτιση των ριζών σε αιώρημα κονιδίων του Verticillium dahliae και παρακολουθήθηκαν για 140 ημέρες. Στην Κοθρέικη προσβλήθηκαν και νεκρώθηκαν και τα 25 φυτά, ενώ στην Αμφίσσης νεκρώθηκε το 84% και στη Χαλκιδικής το 96%, και η Κορωνέικη δεν έχασε κανένα. Με τον συνολικό δείκτη καταπόνησης, που συνυπολογίζει ύψος, βάρος και επιβίωση των φυτών, η Κοθρέικη κατατάχθηκε ως ενδιάμεση, πέμπτη στις δέκα ποικιλίες.

Η τεχνητή μόλυνση με υψηλό φορτίο μολύσματος είναι αυστηρότερη από τις συνθήκες του χωραφιού. Το αποτέλεσμα αρκεί ωστόσο για να αποφεύγεται η φύτευση Μανακιού σε αγρούς με ιστορικό βερτισιλλίωσης ή μετά από καλλιέργειες ευπαθείς στον μύκητα, όπως το βαμβάκι, τα κολοκυνθοειδή, η μελιτζάνα, η πιπεριά, η πατάτα και η τομάτα.

Για τον δάκο, το κυκλοκόνιο και την καρκίνωση δεν εντοπίστηκαν συγκριτικά δεδομένα ερευνητικού φορέα για την Κοθρέικη, οπότε η ποικιλία χρειάζεται την ίδια τακτική παρακολούθηση για τους κύριους εχθρούς και τις ασθένειες της ελιάς που ισχύει σε κάθε ελαιώνα.

Εφόδια για τον ελαιώνα στο Farmclick
Χτένες και δίχτυα στα εργαλεία συγκομιδής, λιπάσματα ιχνοστοιχείων για τη θρέψη και εγκεκριμένα φυτοφάρμακα για την ελιά, από προμηθευτές σε όλη την Ελλάδα.

Σημαντικές σημειώσεις

Τα στοιχεία για τον καρπό, το λάδι και τις αντοχές προέρχονται από συγκεκριμένες μελέτες, περιοχές και χρονιές και αποτελούν ενδείξεις, όχι εγγυήσεις. Η συμπεριφορά της ποικιλίας διαφέρει με το έδαφος, το υψόμετρο, την έκθεση, την άρδευση και την ηλικία των δέντρων, οπότε πριν από νέα φύτευση συνιστάται συνεννόηση με γεωπόνο της περιοχής και πιστοποιημένο πολλαπλασιαστικό υλικό από φυτώριο που εγγυάται την ταυτότητα της ποικιλίας.

Εάν υποψιάζεστε βερτισιλλίωση ή άλλη σοβαρή ασθένεια, η ακριβής διάγνωση γίνεται από γεωπόνο. Οι μη χημικές μέθοδοι δοκιμάζονται πρώτες, και όταν χρειαστεί χημική επέμβαση χρησιμοποιούνται μόνο εγκεκριμένα σκευάσματα για την ελιά, σύμφωνα με τις οδηγίες της ετικέτας.

Πηγές


Περισσότερα άρθρα από τον/την Wikifarmer

8' χρόνος ανάγνωσης  ·  Σεπ 23, 2026
Προβολή περισσότερων άρθρων