Εκεί όπου σταματά η Κορωνέικη, ξεκινά η Τσουνάτη. Πάνω από τα 400 μέτρα υψόμετρο, όπου ο παγετός καθιστά τη δημοφιλέστερη ελληνική ποικιλία ασύμφορη, η Τσουνάτη καλλιεργείται κανονικά και φτάνει μέχρι τα 1.000 μέτρα, ύψος στο οποίο καμία άλλη ελληνική ποικιλία δεν αποδίδει.
Πριν όμως φτάσουμε στο πώς το καταφέρνει, χρειάζεται να λυθεί ένα πρόβλημα ονοματολογίας που δημιουργεί σοβαρή σύγχυση στην αγορά.
Η ίδια ποικιλία κυκλοφορεί με επτά ονόματα
Η ίδια ποικιλία κυκλοφορεί ως Τσουνάτη, Μαστοειδής, Αθηνολιά, Ματσολιά, Μουρτολιά ή Μουρατολιά, Μάτσα και Ασπρολιά, ανάλογα με την περιοχή.
Η ταύτιση αυτή προκύπτει από τη δουλειά του γεωπόνου και ερευνητή Γεωργίου Κωστελένου, ο οποίος έχει καταγράψει συστηματικά τις ελληνικές ποικιλίες. Το επιστημονικό όνομα είναι Olea europaea var. mamillaris.
Το πρακτικό πρόβλημα προκύπτει στην αγορά φυτικού υλικού. Παραγωγός που αναζητά «Αθηνολιά» και παραγωγός που αναζητά «Τσουνάτη» ζητούν το ίδιο πράγμα, συχνά όμως σε διαφορετικά φυτώρια και με διαφορετική τιμή, χωρίς να το γνωρίζουν.
Η δεύτερη αρχαιότερη ελληνική ποικιλία
Κατατάσσεται ως η δεύτερη αρχαιότερη ποικιλία ελιάς στον ελλαδικό χώρο, μετά τη Θρουμπολιά Αιγαίου.
Το όνομα Αθηνολιά έχει τη δική του προέλευση. Σύμφωνα με την παράδοση, πρόκειται για την ιερή ποικιλία της ήμερης ελιάς που η θεά Αθηνά δώρισε στους Αθηναίους, την οποία εκείνοι περιέφρασσαν, περιτείχιζαν και προστάτευαν.
Γιατί αντέχει το ψύχος
Δύο χαρακτηριστικά συνεργάζονται και εξηγούν την αντοχή της σε υψόμετρο.
Το πρώτο είναι η φυσιολογική ανθεκτικότητα των ιστών στις χαμηλές θερμοκρασίες, η οποία της επιτρέπει να επιβιώνει σε χειμώνες που θα κατέστρεφαν την Κορωνέικη. Το δεύτερο, και πιο ενδιαφέρον αγρονομικά, είναι ο χρόνος της ανθοφορίας. Η Τσουνάτη ανθίζει μετά τα μέσα Μαΐου, αρκετά αργότερα από τις περισσότερες ελληνικές ποικιλίες. Η καθυστέρηση αυτή σημαίνει ότι τα άνθη, που αποτελούν το πιο ευπαθές όργανο, εμφανίζονται αφού έχει περάσει η περίοδος των ανοιξιάτικων παγετών. Σε ορεινές περιοχές, όπου ο όψιμος παγετός καταστρέφει τακτικά την ανθοφορία άλλων ποικιλιών, το χαρακτηριστικό αυτό χωρίζει την παραγωγή από την ολική απώλεια.
Ο καρπός και το λάδι
Ο καρπός είναι μικρός έως μεσαίος, ωοειδής, με σχήμα που παραπέμπει σε λεμόνι και καταλήγει σε μαστοειδή απόφυση με χαρακτηριστική θηλή. Από αυτό ακριβώς προέρχεται και η ονομασία Μαστοειδής. Στην πλήρη ωρίμανση το χρώμα γίνεται μαύρο ή μαυρόμωβ.
Η ελαιοπεριεκτικότητα αναφέρεται διαφορετικά ανά πηγή, με εύρος από 20 έως 35% του βάρους, διαφορά που αποδίδεται πιθανότατα σε διαφορετικές συνθήκες μέτρησης και στάδια ωρίμανσης. Ακόμη και στο χαμηλό άκρο, πρόκειται για ικανοποιητική απόδοση.
Η ποιότητα του λαδιού είναι το δυνατό της σημείο. Χαρακτηρίζεται εξαιρετική, με χαμηλή οξύτητα, λεπτόρρευστη υφή και κεχριμπαρένιο χρώμα, με έντονο αρωματικό και φρουτώδη χαρακτήρα.
Στην πράξη χρησιμοποιείται συχνά σε μείγμα με Κορωνέικη, με αναλογίες που φτάνουν το 70% Αθηνολιάς προς 30% Κορωνέικης, συνδυασμός που δίνει λάδι υψηλής ποιότητας με χαρακτηριστική φρουτώδη γεύση.
Το δέντρο και οι απαιτήσεις του
Το δέντρο αναπτύσσεται έντονα και φτάνει τα 10 μέτρα ύψος, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη συγκομιδή και το κλάδεμα. Η ποικιλία απαιτεί καλό έδαφος και τακτικές καλλιεργητικές φροντίδες, λίπανση και έλεγχο των ζιζανίων, σε αντίθεση με ποικιλίες που ανέχονται την παραμέληση. Είναι επίσης ευαίσθητη στον δάκο.
Η παρενιαυτοφορία είναι έντονη
Το σοβαρότερο μειονέκτημά της, και ο λόγος που η μέση παραγωγή χαρακτηρίζεται μέτρια, είναι η πολύ έντονη παρενιαυτοφορία. Στην πράξη περιγράφεται ότι παράγει καρπό κάθε δύο χρόνια, με τη χρονιά ανάπαυσης να είναι πραγματικά χαμηλή και όχι απλώς μειωμένη. Η διαχείριση στηρίζεται στο κλάδεμα, στη λίπανση προσαρμοσμένη στο φορτίο της χρονιάς και στην έγκαιρη συγκομιδή, καθώς η παραμονή του καρπού πάνω στο δέντρο εντείνει το φαινόμενο για την επόμενη χρονιά.
Πότε συγκομίζεται
Η ωρίμανση χαρακτηρίζεται όψιμη, με τον καρπό να φτάνει την πλήρη ωρίμανση από τον Δεκέμβριο έως τον Ιανουάριο. Στην πράξη όμως η συγκομιδή γίνεται νωρίτερα, για δύο διαφορετικούς λόγους. Σε περιοχές με πρώιμους παγετούς η συλλογή ξεκινά από τα μέσα Νοεμβρίου, ώστε ο καρπός να μη μείνει εκτεθειμένος. Το λάδι που προκύπτει είναι εξαιρετικής ποιότητας αγουρέλαιο, το οποίο μπορεί να καταναλωθεί μέχρι και τον επόμενο Απρίλιο.
Σε παραγωγούς που στοχεύουν ειδικά στο αγουρέλαιο, η Τσουνάτη θεωρείται από τις καταλληλότερες ελληνικές ποικιλίες, καθώς η ποιότητα του πρώιμου λαδιού της είναι χαρακτηριστικά υψηλή.
Πού καλλιεργείται
Η ποικιλία συγκεντρώνεται σε Κρήτη και Πελοπόννησο. Ειδικότερα καταγράφεται στις Περιφερειακές Ενότητες Ρεθύμνου και Χανίων στην Κρήτη, και σε Λακωνία με επίκεντρο την περιοχή της Μονεμβασιάς, άνω Μεσσηνία και Αρκαδία στην περιοχή της Μεγαλόπολης.
Το κοινό στοιχείο των περιοχών αυτών είναι το υψόμετρο και ο ψυχρότερος χειμώνας, δηλαδή ακριβώς οι συνθήκες στις οποίες η Κορωνέικη δυσκολεύεται.
|
Εφόδια για τον ελαιώνα στο Farmclick
Δες λιπάσματα για τη διαχείριση της παρενιαυτοφορίας, εγκεκριμένα εντομοκτόνα για τον δάκο και εργαλεία συγκομιδής, από προμηθευτές όλης της Ελλάδας. |
Σημαντικές σημειώσεις
Τα στοιχεία ελαιοπεριεκτικότητας διαφέρουν αισθητά ανά πηγή και εξαρτώνται από το στάδιο ωρίμανσης, τις συνθήκες της χρονιάς και τη μέθοδο μέτρησης. Τα όρια υψομέτρου αποτελούν γενικό πλαίσιο και προσαρμόζονται στο μικροκλίμα κάθε θέσης. Πριν από νέα φύτευση, συμβουλευτείτε γεωπόνο της περιοχής σας και ελέγξτε πώς αποδίδει η ποικιλία σε γειτονικούς ελαιώνες με παρόμοιες συνθήκες, καθώς η απαίτησή της σε καλό έδαφος και τακτικές φροντίδες δεν την καθιστά κατάλληλη για κάθε θέση.
Πηγές
- Ελαίας Καρπός. Δωρικός ρυθμός στο ελαιόλαδο με την αρχαία ποικιλία Τσουνάτη.
- Γαργαλιάνοι Online. Μαστοειδής, η δεύτερη αρχαιότερη ποικιλία ελιάς στον ελλαδικό χώρο.
- Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ποικιλίες ελιάς, Τσουνάτη.
- Φυτώρια Χιώτης. Αθηνολιά, Ματσολιά ή Μαστοειδής ή Τσουνάτη.







