Στην Αττική η ποικιλία που κυριαρχεί στους ελαιώνες είναι η Μεγαρείτικη, που γράφεται και Μεγαρίτικη, με επιστημονική ονομασία Olea europaea var. argentata, και είναι ευρέως διαδεδομένη και στην Πελοπόννησο. Ανάμεσα στις ελληνικές ποικιλίες ελιάς ανήκει στις ποικιλίες διπλής χρήσης, αφού ο καρπός της γίνεται τσακιστή ή κονσερβοποιημένη ελιά και δίνει ταυτόχρονα λάδι με δικό του χαρακτήρα.
Με ποια ονόματα κυκλοφορεί η ποικιλία
Η βάση δεδομένων ποικιλιών ελιάς OleaDB καταγράφει τη Μεγαρείτικη και με τα ονόματα Λαδολιά, Περαχωρίτικη, Μεγάρων και Βοβοδίτικη, με περιοχές καλλιέργειας την Αττική, τη Βοιωτία, την Κορινθία, την Αιγιάλεια, την Κυνουρία και το Ναύπλιο. Αγροτικά δημοσιεύματα προσθέτουν τα τοπικά ονόματα Χουρμαδολιά και Καλολιά. Στην αγορά δενδρυλλίων το όνομα που συναντάται συχνότερα είναι «ελιά Μεγάρων», από τα Μέγαρα της Δυτικής Αττικής.
Το όνομα Λαδολιά οδηγεί σε τρεις διαφορετικές ποικιλίες
Στο εργαστηριακό υλικό του ΓΠΑ το συνώνυμο Λαδολιά εμφανίζεται, εκτός από τη Μεγαρείτικη, και στην Κορωνέικη και στη Λιανολιά Κερκύρας. Οι τρεις ποικιλίες έχουν ελάχιστα κοινά, καθώς η Κορωνέικη είναι μικρόκαρπη ελαιοποιήσιμη με ευαισθησία στον παγετό, η Λιανολιά Κερκύρας σχηματίζει δέντρα έως 12 με 14 μέτρα στα Ιόνια, και η Μεγαρείτικη είναι μεσόκαρπη διπλής χρήσης. Όταν παραγγέλνονται δενδρύλλια με το όνομα Λαδολιά, η ποικιλία επιβεβαιώνεται με το όνομα Μεγαρείτικη ή Μεγάρων και με την περιοχή προέλευσης του φυτωρίου.
Πώς είναι ο καρπός και το δέντρο
Το ΓΠΑ κατατάσσει τη Μεγαρείτικη στις μεσόκαρπες ποικιλίες, δηλαδή στην κατηγορία με καρπό από 2,7 έως 4,2 γραμμάρια, και περιγράφει καρπό κυλινδροκωνικό με κύρτωση και εμφανή θηλή. Η σχέση σάρκας προς πυρήνα φτάνει το 9 προς 1, η υψηλότερη ανάμεσα στις μεσόκαρπες ποικιλίες της ίδιας καταγραφής, ενώ ο πυρήνας είναι ροπαλοειδής, λεπτός προς τη βάση, κυρτός και με δέκα γλυφές. Η παχιά σάρκα σε σχέση με τον πυρήνα εξηγεί γιατί η ποικιλία προτιμάται για πράσινες τσακιστές και μαύρες πατητές ελιές, όπου η σάρκα είναι το προϊόν.
Το δέντρο φτάνει τα 5 με 8 μέτρα.
Πόσο λάδι δίνει ο καρπός
Το ΓΠΑ δίνει για τη Μεγαρείτικη ελαιοπεριεκτικότητα 21% του βάρους, λάδι καλής ποιότητας, που σημαίνει θεωρητικά λίγο κάτω από πέντε κιλά ελιές για ένα κιλό λάδι. Στο ελαιοτριβείο η απόδοση βγαίνει συνήθως χαμηλότερη, επειδή η μηχανική παραλαβή δεν ανακτά όλο το λάδι και η ελαιοπεριεκτικότητα αλλάζει με την ωρίμανση. Αγροτικά δημοσιεύματα και κατάλογοι φυτωρίων δίνουν υψηλότερες τιμές, με ελαιοπεριεκτικότητα γύρω στο 25% του βάρους που με εντατικότερη καλλιέργεια φτάνει το 30%. Οι τιμές αυτές δεν συνοδεύονται από τη μέθοδο μέτρησης, το στάδιο ωρίμανσης ή το αν αναφέρονται σε νωπό καρπό, οπότε δεν συγκρίνονται άμεσα με το 21% του ΓΠΑ. Η ελαιοπεριεκτικότητα ανεβαίνει όσο ο καρπός ωριμάζει και χάνει νερό, και διαφέρει με την άρδευση και τη χρονιά, γι' αυτό το πιο αξιόπιστο μέτρο για έναν συγκεκριμένο ελαιώνα είναι οι αποδόσεις που καταγράφει το ελαιοτριβείο από χρονιά σε χρονιά.
Για την απόδοση ανά δέντρο δεν υπάρχει επίσημη βιβλιογραφία με μετρήσεις για τη Μεγαρείτικη. Οι εκτιμήσεις που κυκλοφορούν στηρίζονται στην εμπειρία των παραγωγών της Αττικής και της Κορινθίας και διαφέρουν πολύ ανάλογα με την ηλικία των δέντρων, την άρδευση και τη χρονιά, με τον ίδιο τρόπο που ισχύει για την απόδοση της Κορωνέικης ανά δέντρο.
Τι χαρακτηρίζει το ελαιόλαδο της Μεγαρείτικης
Σε 199 δείγματα παρθένου ελαιολάδου από τέσσερις ελληνικές ποικιλίες, οι ερευνητές του ΓΠΑ μέτρησαν στη Μεγαρείτικη το χαμηλότερο ελαϊκό οξύ, 65,81% κατά μέσο όρο, έναντι 74,70% στην Κορωνέικη και 75,36% στην Αμφίσσης. Η διαφορά είναι αρκετά μεγάλη ώστε το προφίλ των λιπαρών οξέων να χρησιμοποιείται για τη διάκριση του λαδιού της ποικιλίας, στοιχείο χρήσιμο για τα μονοποικιλιακά ελαιόλαδα Μεγαρείτικης που κυκλοφορούν στην αγορά.
Σε σύγκριση Κορωνέικης και Μεγαρείτικης σε διαφορετικά στάδια ωρίμανσης, η ωρίμανση μείωσε τις φαινολικές ενώσεις και τις τοκοφερόλες του λαδιού και στις δύο ποικιλίες, ενώ η ελαιοποίηση χωρίς τον πυρήνα αύξησε τις φαινολικές ενώσεις χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά τα λιπαρά οξέα. Η νωρίτερη συγκομιδή δίνει επομένως λάδι πλουσιότερο σε φαινολικές ενώσεις, με αντίτιμο μικρότερη ποσότητα λαδιού ανά κιλό καρπού.
Πότε συγκομίζεται ο καρπός
Για τη Μεγαρείτικη δεν υπάρχει προδιαγραφή ΠΟΠ ή άλλο επίσημο κείμενο που να ορίζει ημερομηνίες συγκομιδής, οπότε ο χρόνος καθορίζεται από τη χρήση του καρπού. Για τσακιστές ο καρπός μαζεύεται πράσινος, πριν αρχίσει να αλλάζει χρώμα, ενώ για λάδι το στάδιο επιλέγεται ανάμεσα στην υψηλότερη ποσότητα λαδιού του ώριμου καρπού και στις περισσότερες φαινολικές ενώσεις του πρώιμου. Οι ακριβείς ημερομηνίες μετατοπίζονται με την περιοχή, το υψόμετρο και τη χρονιά, και η συλλογή γίνεται με χτένες και δίχτυα, με προσοχή στον καρπό που προορίζεται για βρώση.
Πώς συγκρίνεται με την Κορωνέικη και το Μανάκι
| Χαρακτηριστικό | Μεγαρείτικη | Κορωνέικη | Μανάκι |
| Χρήση | Τσακιστές, κονσέρβες, λάδι | Λάδι | Λάδι, μαύρες κονσέρβες |
| Κατηγορία καρπού | Μεσόκαρπη | Μικρόκαρπη | Αδρόκαρπη, 4,7 γραμμάρια |
| Ελαιοπεριεκτικότητα | 21% | 27% | 20% |
| Σάρκα προς πυρήνα | 9 προς 1 | 6,6 προς 1 | 5,7 προς 1 |
| Ελαϊκό οξύ | 65,81% | 74,70% | 70,15% |
| Ψύχος | Ανεκτική | Ευαίσθητη | Ανεκτική |
| Θνησιμότητα σε τεχνητή μόλυνση με βερτισίλλιο | 80% | 0% | 100% |
Πηγές: ΓΠΑ, εργαστηριακό υλικό ποικιλιών ελιάς. Revelou κ.ά., 2021. Markakis κ.ά., 2022.
Με τις τρεις ποικιλίες να συνυπάρχουν σε Αττική, Κορινθία και Αργολίδα, το Μανάκι ή Κοθρέικη μοιράζεται με τη Μεγαρείτικη την ανοχή στο ψύχος, ενώ η Μεγαρείτικη ξεχωρίζει για τη σάρκα του καρπού της και την καταλληλότητά της για τσακιστές.
Σε ποιες συνθήκες ευδοκιμεί
Το ΓΠΑ χαρακτηρίζει τη Μεγαρείτικη ανεκτική στο ψύχος, ιδιότητα που της επιτρέπει να καλλιεργείται σε ημιορεινές ζώνες της Αττικής, της Βοιωτίας και της Κορινθίας όπου η Κορωνέικη κινδυνεύει από τον παγετό. Η παλαιότερη επισκόπηση των ελληνικών ποικιλιών σημειώνει ότι καλλιεργείται συχνά ως ξερική, με αποδόσεις που σε αυτή την περίπτωση ακολουθούν τις βροχοπτώσεις της χρονιάς.
Ο δάκος και η βερτισιλλίωση είναι οι κύριες ευπάθειες
Η επισκόπηση των ελληνικών ποικιλιών χαρακτηρίζει τη Μεγαρείτικη ευαίσθητη στον δάκο, ευπάθεια με ιδιαίτερο κόστος για τις τσακιστές, όπου κάθε τσίμπημα υποβαθμίζει τον καρπό. Η παρακολούθηση με παγίδες και οι επεμβάσεις με εγκεκριμένα εντομοκτόνα εντάσσονται επομένως στο πάγιο πρόγραμμα του ελαιώνα.
Στην αξιολόγηση του Ινστιτούτου Ελιάς του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, όπου νεαρά φυτά δέκα ποικιλιών μολύνθηκαν τεχνητά με Verticillium dahliae, νεκρώθηκε το 80% των φυτών Μεγαρείτικης μέσα σε 140 ημέρες, έναντι 100% στην Κοθρέικη και 0% στην Κορωνέικη. Τα συμπτώματα στη Μεγαρείτικη εμφανίστηκαν αργότερα από τις περισσότερες ποικιλίες, με την απότομη αύξηση να καταγράφεται μεταξύ 90ής και 130ής ημέρας, και ο αποικισμός των αγγείων από τον μύκητα βρέθηκε ενδιάμεσος, οπότε με τον συνολικό δείκτη καταπόνησης η ποικιλία κατατάχθηκε ενδιάμεση, έκτη στις δέκα.
Η τεχνητή μόλυνση είναι αυστηρότερη από το χωράφι, το αποτέλεσμα όμως αρκεί για να αποφεύγεται η φύτευση Μεγαρείτικης σε αγρούς με ιστορικό βερτισιλλίωσης ή μετά από βαμβάκι, κολοκυνθοειδή, μελιτζάνα, πιπεριά, πατάτα και τομάτα.
Για τις υπόλοιπες ασθένειες ισχύει η τακτική παρακολούθηση για τους κύριους εχθρούς και τις ασθένειες της ελιάς που εφαρμόζεται σε κάθε ελαιώνα.
|
Εφόδια για τον ελαιώνα στο Farmclick Εγκεκριμένα εντομοκτόνα για τον δάκο, εργαλεία συγκομιδής για λάδι και τσακιστές και όλη η κατηγορία φυτοφαρμάκων, από προμηθευτές σε όλη την Ελλάδα. |
Σημαντικές σημειώσεις
Τα στοιχεία για τον καρπό, το λάδι και τις αντοχές προέρχονται από συγκεκριμένες μελέτες, περιοχές και χρονιές και αποτελούν ενδείξεις, όχι εγγυήσεις. Η συμπεριφορά της ποικιλίας διαφέρει με το έδαφος, το υψόμετρο, την έκθεση, την άρδευση και την ηλικία των δέντρων, οπότε πριν από νέα φύτευση συνιστάται συνεννόηση με γεωπόνο της περιοχής και πιστοποιημένο πολλαπλασιαστικό υλικό από φυτώριο που εγγυάται την ταυτότητα της ποικιλίας.
Εάν υποψιάζεστε βερτισιλλίωση ή άλλη σοβαρή ασθένεια, η ακριβής διάγνωση γίνεται από γεωπόνο. Οι μη χημικές μέθοδοι δοκιμάζονται πρώτες, και όταν χρειαστεί χημική επέμβαση χρησιμοποιούνται μόνο εγκεκριμένα σκευάσματα για την ελιά, σύμφωνα με τις οδηγίες της ετικέτας.
Πηγές
- Katsoyannos, E., Batrinou, A., Chatzilazarou, A., Bratakos, S. M., Stamatopoulos, K., Sinanoglou, V. J. (2015). Quality parameters of olive oil from stoned and nonstoned Koroneiki and Megaritiki Greek olive varieties at different maturity levels. Grasas y Aceites, 66(1), e067.
- Markakis, E. A., Krasagakis, N., Manolikaki, I., Papadaki, A. A., Kostelenos, G., Koubouris, G. (2022). Evaluation of olive varieties resistance for sustainable management of Verticillium wilt. Sustainability, 14(15), 9342.
- Revelou, P.-K., Xagoraris, M., Alexandropoulou, A., Kanakis, C. D., Papadopoulos, G. K., Pappas, C. S., Tarantilis, P. A. (2021). Chemometric study of fatty acid composition of virgin olive oil from four widespread Greek cultivars. Molecules, 26(14), 4151.
- Ρούσσος, Π. Κατάταξη ποικιλιών ελιάς με βάση το μέγεθος. Εργαστηριακές ασκήσεις, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
- Οικονομικός Ταχυδρόμος (2022). Ελιά, ποικιλίες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και οι αποδόσεις σε λάδι.
- OleaDB. Cultivar Megaritiki, περιοχές καλλιέργειας και συνώνυμα.
- UC Statewide IPM Program. Verticillium wilt, olive, pest management guidelines. University of California Agriculture and Natural Resources.







