Μια οικογενειακή φάρμα πολλών γενεών που εξελίχθηκε στη δεύτερη μεγαλύτερη επιχείρηση παγαγωγής ρυζιού στη Βενεζουέλα, αντέχοντας δεκαετίες οικονομικών αναταραχών και τροφοδοτώντας μια ολόκληρη χώρα
Προέλευση και ιστορία
Η ιστορία του Arroz Gran Marqués ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960, όταν ένας Ιταλός μετανάστης έφτασε στη Βενεζουέλα. Μέσα από οικογενειακές γνωριμίες ξεκίνησε να εργάζεται σε μια φάρμα στην πολιτεία Portuguesa, όμως δυσκολεύτηκε να προχωρήσει. Αποφασισμένος να πετύχει, αγόρασε δική του γη και άρχισε να καλλιεργεί ρύζι.
Η καθοριστική στιγμή ήρθε όταν, επιστρέφοντας από ταξίδι στο εξωτερικό, έφερε μαζί του την επαναστατική τεχνολογία ισοπέδωσης εδαφών με λέιζερ. «Ήταν ο πρώτος που το έκανε στη Βενεζουέλα», αναφέρει ο Ντιέγκο Μαντοβάνι, εγγονός του ιδρυτή και σημερινός Διευθυντής Λειτουργιών. Οι ορυζώνες χρειάζονται απόλυτα επίπεδο έδαφος για σωστή διαχείριση του νερού, και το σύστημα αυτό —με λεπίδες που ρυθμίζονταν αυτόματα μέσω λέιζερ και προσαρμόζονταν σε τρακτέρ— αύξησε θεαματικά την αποδοτικότητα. Από εκεί γεννήθηκε η Servilaser, μια εταιρεία ισοπέδωσης καλλιεργητικών εκτάσεων που τελικά διέθετε οκτώ μονάδες λέιζερ σε εθνικό επίπεδο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 η οικογενειακή επιχείρηση ξεκίνησε την αποφλοίωση ρυζιού. Ο πατέρας του Ντιέγκο, Ενρίκε, μπήκε στην εταιρεία και μαζί εγκατέστησαν το πρώτο μηχάνημα αποφλοίωσης, δυναμικότητας 1.000 κιλών την ώρα. Αρχικά, το ρύζι πωλούνταν χύμα, σε σακιά χωρίς επωνυμία· ωστόσο γύρω στο 2000 δημιουργήθηκε το εμπορικό σήμα Arroz Gran Marqués, εμπνευσμένο από ένα μοντέλο αυτοκινήτου που άρεσε στον Ενρίκε. Το σήμα γιόρτασε πρόσφατα τα 25 χρόνια παρουσίας του.

Καθετοποιημένη παραγωγή: από τον σπόρο στο ράφι
Η Gran Marqués είναι πλήρως καθετοποιημένη, ελέγχοντας την παραγωγή από τον σπόρο έως το ράφι του σούπερ μάρκετ. Ο Ντιέγκο εξηγεί τη διαδικασία που πραγματοποιείται στις εγκαταστάσεις:
- Προετοιμασία σπόρου: Ο σπόρος ξηραίνεται μέχρι 12% υγρασία και αποθηκεύεται σε ψυκτικούς θαλάμους μέχρι τη σπορά.
- Σπορά: Οι αγρότες σπέρνουν δύο φορές τον χρόνο, χειμώνα και καλοκαίρι.
- Συγκομιδή & ξήρανση: Ο καρπός ξηραίνεται εντός 24 ωρών σε 12% υγρασία και αποθηκεύεται σε σιλό για 3 εβδομάδες έως 6 μήνες για βελτίωση της ποιότητας.
- Επεξεργασία: Το ακατέργαστο ρύζι αποφλοιώνεται και ακολουθεί η διαδικασία της λεύκανσης, αφαιρώντας τα πίτυρα. Μηχανές οπτικής διαλογής εντοπίζουν τους ελαττωματικούς κόκκους, ώστε να διατίθενται μόνο προϊόντα υψηλής ποιότητας.
Η Gran Marqués διαθέτει τρεις σειρές προϊόντων: premium, gourmet και Don Julián (με έως 20% σπασμένους κόκκους).

Κρίση και προκλήσεις
Η Gran Marqués άντεξε τις πιο δύσκολες οικονομικές κρίσεις της Βενεζουέλας. Οι κρατικοί έλεγχοι τιμών σε βασικά αγαθά όπως το ρύζι συχνά σήμαιναν ότι οι τιμές πώλησης δεν κάλυπταν καν το κόστος παραγωγής. Παράλληλα, ο υπερπληθωρισμός και η ταχεία υποτίμηση του μπολίβαρ (νόμισμα Βενεζουέλας) έκαναν τη λειτουργία της επιχείρησης όλο και πιο δύσκολη, καθώς το κόστος εισροών εκτοξευόταν και τα έσοδα μειώνονταν. Για να διασφαλίσει την αξία της, η Gran Marqués επένδυε συχνά σε απτά περιουσιακά στοιχεία, όπως ρύζι και μηχανήματα. Στα τέλη της δεκαετίας του 2010, όταν επικράτησε έντονη έλλειψη τροφίμων, ακόμη και οι κλοπές αποτέλεσαν σοβαρό πρόβλημα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2020 σταμάτησε η τραπεζική χρηματοδότηση, αφήνοντας τους αγρότες χωρίς πρόσβαση σε δάνεια. Η καλλιέργεια ενός εκταρίου κόστιζε περίπου 2.000 δολάρια, κάτι που καθιστούσε τη γεωργία πρακτικά αδύνατη. «Χωρίς στήριξη, οι αγρότες χρεοκοπούν», δήλωσε ο Ντιέγκο.
Για να το αντιμετωπίσει αυτό, η Gran Marqués δημιούργησε την Agroinsumos Chispa, η οποία προμηθεύει σπόρους, λιπάσματα και μηχανήματα στους αγρότες με αντάλλαγμα ρύζι, ένα μοντέλο που ο Ντιέγκο αποκαλεί «τράπεζα για τους αγρότες». Οι αγρότες λαμβάνουν επίσης δωρεάν τεχνική υποστήριξη και προκαταβολές σε μετρητά. Η πρωτοβουλία αυτή είναι το δεύτερο μεγαλύτερο πρόγραμμα χρηματοδότησης ρυζιού στη Βενεζουέλα, καλύπτοντας πέρυσι 12.000 εκτάρια —το 95% της ετήσιας προσφοράς της Gran Marqués.
Κατά την πανδημία, η παραγωγή μειώθηκε από 150.000 συσκευασίες τον μήνα σε 60.000, όμως η εταιρεία παρέμεινε σε λειτουργία, επιλέγοντας να προστατεύσει το προσωπικό και την παρουσία της στην αγορά παρά τις δυσκολίες.
Ο καιρός αποτελεί επίσης πρόκληση, καθώς η καλλιέργεια ρυζιού εξαρτάται έντονα από τις βροχοπτώσεις. Η επιτυχής σπορά απαιτεί προσεκτική διαχείριση του νερού μέσα σε στενά χρονικά περιθώρια —αρκετή υγρασία για ανάπτυξη, αλλά όχι τόση ώστε να πνίγονται τα φυτά. «Πέρυσι, 1.200 εκτάρια δεν μπόρεσαν να καλλιεργηθούν επειδή έβρεχε κάθε μέρα. Το ρύζι δεν μεγαλώνει κάτω από το νερό», εξηγεί ο Ντιέγκο.

Σημερινή παραγωγή και ανάπτυξη
Η Gran Marqués παράγει περίπου 50 εκατομμύρια κιλά ρυζιού ετησίως, με μηνιαία παραγωγή 120.000–140.000 συσκευασίες. Στόχος για το επόμενο έτος είναι οι 200.000 συσκευασίες τον μήνα. Η εταιρεία απασχολεί 250–300 εργαζομένους.
«Απλώς συνεχίζουμε να μεγαλώνουμε», λέει ο Ντιέγκο. Η επιχείρηση έχει επεκταθεί από το αρχικό μηχάνημα των 1.000 κιλών/ώρα σε επτά μονάδες, καθεμία δυναμικότητας 5.000 κιλών/ώρα.
«Οι άνθρωποι είναι αυτοί που βοήθησαν την εταιρεία να αναπτυχθεί», τονίζει. Πολλοί εργαζόμενοι έχουν δεκαετίες προϋπηρεσίας, κάποιοι ακόμη και πριν από τη δημιουργία του εμπορικού σήματος: «Η υπάλληλος που χειρίζεται τις πληρωμές είναι μαζί μας από την εποχή του παππού μου. Σήμερα είναι 82 ετών». Η ετήσια αποχώρηση προσωπικού είναι μικρότερη από 0,5%.
Αν και ο πυρήνας παραμένει το ρύζι, η εταιρεία επεκτείνεται και στον καφέ, με νέες γραμμές παραγωγής υπό κατασκευή. Παρ’ όλα αυτά, η επένδυση στο ρύζι παραμένει η προτεραιότητα, λόγω της ισχυρής εγχώριας ζήτησης.

Η σημασία του ρυζιού στη ζωή των κατοίκων της Βενεζουέλας
Το ρύζι αποτελεί βασικό υδατάνθρακα στη βενεζουελάνικη διατροφή, μαζί με το προμαγειρεμένο αλεύρι καλαμποκιού και τα ζυμαρικά. Οι Βενεζουελάνοι καταναλώνουν περίπου 22 κιλά ανά άτομο τον χρόνο, έναντι μόλις 5–7 κιλών στην ΕΕ.
«Εδώ κερδίζεις με τη σταθερή ποιότητα και, δεύτερον, με το να είσαι πάντα παρών στην αγορά», αναφέρει ο Ντιέγκο. Η σταθερή διαθεσιμότητα όλο τον χρόνο είναι κρίσιμη, καθώς οι μικρότεροι παραγωγοί συχνά εξαντλούνται στα μέσα της χρονιάς, αφήνοντας τα ράφια των σούπερ μάρκετ άδεια για μήνες.
Μήνυμα προς τους επιχειρηματίες
Όταν ρωτήθηκε τι μήνυμα θα έδινε σε γεωργικούς επιχειρηματίες σε όλο τον κόσμο, ο Ντιέγκο απάντησε:
«Να πιστεύετε ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε καλά. Συχνά εστιάζουμε σε όσα μπορεί να πάνε στραβά ή θεωρούμε ότι δεν μπορούμε να εμπλακούμε σε κάτι άγνωστο. Πρέπει να έχεις πίστη ότι τα πράγματα μπορούν να πετύχουν, και να θυμάσαι ότι οι επιτυχημένες εταιρείες υπάρχουν για κάποιο λόγο. Το κλειδί είναι οι άνθρωποι να συνεχίσουν να κυνηγούν τα όνειρά τους και να δουλεύουν με όλη τους την ψυχή, με πίστη σε αυτό που πιστεύουν».







