Μόλις το 30,8% των παιδιών από 6 έως 23 μηνών τρώει μέσα σε μια μέρα τρόφιμα από τουλάχιστον πέντε από τις οκτώ ομάδες που ορίζει ο σχετικός δείκτης του ΟΗΕ. Στις γυναίκες από 15 έως 49 ετών το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 62,7%. Τα νούμερα βγαίνουν σε πλήρη εικόνα για πρώτη φορά στη φετινή έκθεση του FAO και τεσσάρων ακόμη οργανισμών του ΟΗΕ, αφού τον Μάρτιο του 2025 η Στατιστική Επιτροπή του ΟΗΕ ενέκρινε τη διατροφική ποικιλία ως νέο δείκτη για τον Στόχο Βιώσιμης Ανάπτυξης 2. Ως τότε η ποιότητα της διατροφής έμενε αμέτρητη μέσα στους Στόχους για μια ολόκληρη δεκαετία.
Την περίοδο 2011 με 2017 το ποσοστό στα παιδιά ήταν 29,4% και σήμερα είναι 30,8%, δηλαδή έμεινε στάσιμο. Πάνω από τα δύο τρίτα των μικρών παιδιών του πλανήτη τρώνε τόσο περιορισμένα, ώστε να κινδυνεύει η πρόσληψη βιταμινών και μετάλλων, και μάλιστα στην ηλικία όπου η ανάπτυξη του σώματος και του εγκεφάλου είναι πιο ευαίσθητη.
Βασικά σημεία
- Το 30,8% των παιδιών από 6 έως 23 μηνών τρώει αρκετή ποικιλία τροφών, από 29,4% μια δεκαετία πριν.
- Το 62,7% των γυναικών από 15 έως 49 ετών φτάνει το αντίστοιχο όριο, δηλαδή μία στις τρεις μένει πιο κάτω.
- Η Αφρική έχει τα χαμηλότερα ποσοστά, 20,5% στα παιδιά και 43,0% στις γυναίκες.
- Ο δείκτης είναι νέος, εγκρίθηκε τον Μάρτιο του 2025 έπειτα από δέκα χρόνια που η διατροφή έμενε έξω από τις μετρήσεις.
- Μπήκαν και στόχοι, με την Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας να ζητά άνοδο 20% στα παιδιά και 30% στις γυναίκες.
Τι μετρά η ελάχιστη διατροφική ποικιλία
Ο δείκτης μετρά ομάδες τροφίμων και όχι θρεπτικά συστατικά, και γι' αυτό μπορεί να εφαρμοστεί μαζικά. Στα παιδιά από 6 έως 23 μηνών, ο γονιός ή όποιος φροντίζει το παιδί καταγράφει όλα όσα έφαγε και ήπιε το προηγούμενο 24ωρο, στο σπίτι και έξω. Το παιδί μετράει ότι φτάνει την ελάχιστη ποικιλία αν η λίστα καλύπτει τουλάχιστον πέντε από οκτώ ομάδες, δηλαδή μητρικό γάλα, δημητριακά με ρίζες και κονδύλους, όσπρια με ξηρούς καρπούς και σπόρους, γαλακτοκομικά, κρέας και ψάρι, αυγά, φρούτα και λαχανικά πλούσια σε βιταμίνη Α, και άλλα φρούτα και λαχανικά. Η ποσότητα δεν παίζει ρόλο, αρκεί το παιδί να έχει φάει κάτι από την ομάδα.
Στις γυναίκες από 15 έως 49 ετών το όριο είναι πέντε από δέκα ομάδες, και εδώ ισχύει κανόνας ποσότητας, αφού μια ομάδα πιάνει μόνο αν καταναλώθηκαν γύρω στα 15 γραμμάρια, περίπου μια κουταλιά. Οι δέκα ομάδες ξεχωρίζουν τα σκουροπράσινα φυλλώδη λαχανικά από τα υπόλοιπα πλούσια σε βιταμίνη Α και από τα άλλα λαχανικά, κάτι που κάνει τον δείκτη ευαίσθητο ακριβώς στα τρόφιμα που κουβαλούν τα μικροθρεπτικά συστατικά.
Όποιος περνά το όριο έχει σαφώς μεγαλύτερη πιθανότητα να παίρνει αρκετό ασβέστιο, φυλλικό οξύ, βιταμίνη Α και ψευδάργυρο, χωρίς αυτό να αποδεικνύεται για τον καθένα χωριστά. Οι δύο δείκτες ελέγχθηκαν ως έμμεσα μεγέθη και πιάνουν την ποικιλία και την επάρκεια. Η ισορροπία και το μέτρο, οι άλλες δύο αρχές μιας υγιεινής διατροφής, μένουν έξω από τη μέτρηση.
Δύο στα τρία μικρά παιδιά μένουν κάτω από το όριο
Το 30,8% προκύπτει από έρευνες που συγκεντρώθηκαν από το 2018 έως το 2024, και το βαρύτερο στοιχείο είναι η στασιμότητα. Μέσα σε δέκα χρόνια προγραμμάτων διατροφής, η ποικιλία στα μικρά παιδιά ανέβηκε 1,4 ποσοστιαίες μονάδες.

Οι διαφορές ανάμεσα στις περιοχές είναι μεγάλες, εκεί όπου υπάρχουν στοιχεία για σύγκριση. Στην Αφρική ένα παιδί στα πέντε, το 20,5%, τρώει αρκετή ποικιλία, έναντι 34,9% στην Ασία. Μόνο αυτές οι δύο περιοχές έχουν αρκετή κάλυψη ερευνών για αξιόπιστο περιφερειακό μέγεθος, και αυτό από μόνο του λέει κάτι.
Περίπου 150,2 εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών παρουσιάζουν καθυστέρηση ανάπτυξης και 42,8 εκατομμύρια απίσχνανση, ενώ στα παιδιά σχολικής ηλικίας και στους εφήβους οι παχύσαρκοι είναι πλέον περισσότεροι από τους λιποβαρείς. Η περιορισμένη διατροφή τροφοδοτεί και τα δύο άκρα, γιατί ένα πιάτο στημένο σε δύο αμυλώδη τρόφιμα δίνει θερμίδες αλλά αφήνει το παιδί χωρίς σίδηρο, βιταμίνη Α και ψευδάργυρο.
Μία στις τρεις γυναίκες μένει κι αυτή κάτω από το όριο
Στις γυναίκες από 15 έως 49 ετών το ποσοστό ήταν 62,7% στα στοιχεία του 2021 με 2025. Η περσινή έκθεση έδινε 65,0% για το 2020 με 2024, οπότε ούτε εδώ υπάρχει πρόοδος.

Το εύρος ξεκινά από 43,0% στην Αφρική και φτάνει στο 65,0% στην Ασία, στο 77,5% στη Λατινική Αμερική με την Καραϊβική και στο 79,8% στη Βόρεια Αμερική με την Ευρώπη. Η διατροφή των γυναικών μετράει και πέρα από τις ίδιες, αφού αυτός είναι ο δείκτης που η Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας συνέδεσε με το χαμηλό βάρος γέννησης, όπου η παγκόσμια πρόοδος έχει σχεδόν σταματήσει στο 14,7%.
Πού δεν υπάρχουν καθόλου στοιχεία
Για τα παιδιά υπάρχουν στοιχεία από 91 χώρες, που καλύπτουν το 79% των παιδιών 6 έως 23 μηνών στον κόσμο, η κάλυψη όμως είναι πολύ συγκεντρωμένη. Η Αφρική φτάνει το 89,1% και η Ασία το 89,6%, ενώ η Λατινική Αμερική με την Καραϊβική μένουν στο 47,9%, η Βόρεια Αμερική με την Ευρώπη στο 5,4% και η Ωκεανία στο 1,5%.
Στις γυναίκες τα στοιχεία καλύπτουν 99 χώρες και το 87,6% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας, με την Αφρική στο 94,5% και την Ασία στο 93,9%, όμως η Βόρεια Αμερική με την Ευρώπη φτάνουν μόλις το 51,7% και η Ωκεανία το 2,2%. Οι πλούσιες χώρες δηλαδή δεν μετρούν συστηματικά τι τρώει ο πληθυσμός τους με τρόπο που να τροφοδοτεί αυτόν τον δείκτη, κάτι που κάνει τις παγκόσμιες συγκρίσεις μερικές και κρύβει προβλήματα σε μέρη που θεωρούν ότι δεν έχουν. Η Ελλάδα δίνει στοιχεία για τις γυναίκες, με το 74,1% να περνά το όριο, όμως για τα παιδιά δεν δίνει κανένα.
Και οι δύο δείκτες στηρίζονται σε καταγραφή μιας μόνο ημέρας, οπότε περιγράφουν πληθυσμό και όχι άτομο, και μπορούν να χάσουν τις εποχικές διακυμάνσεις.
Η ποικιλία στο πιάτο ξεκινά από το χωράφι
Κανείς δεν βάζει στο πιάτο του τρόφιμα που δεν καλλιεργούνται και δεν φτάνουν στην αγορά. Η έκθεση το λέει καθαρά. Λείπουν φρούτα, λαχανικά, όσπρια, ξηροί καρποί και σπόροι σε όλον τον κόσμο, με μεγάλα κενά στα ζωικής προέλευσης τρόφιμα ανά περιοχή, και τα συστήματα τροφίμων παράγουν αρκετή τροφή χωρίς να παράγουν αρκετή θρεπτική τροφή.
Οι ξεχασμένες καλλιέργειες και οι ντόπιες ποικιλίες μεγαλώνουν αυτό που υπάρχει τοπικά, σε τιμή που αντέχει ο κόσμος. Είναι ο ίδιος μηχανισμός που επιτρέπει σε μια χώρα να φτιάξει καλάθι υγιεινής διατροφής 34% φθηνότερο, όταν στηριχτεί στα δικά της φθηνότερα τρόφιμα αντί στα εισαγόμενα. Το κεχρί, το σόργο, το τεφ και η κινόα κουβαλούν μικροθρεπτικά συστατικά που λείπουν από τα κυρίαρχα βασικά τρόφιμα.
Στην Τουρκία ένα δεκαετές πρόγραμμα για λεκάνες απορροής και δενδρώδεις καλλιέργειες ανέβασε την ποικιλία στη διατροφή των γυναικών κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες, σε σύγκριση με νοικοκυριά που έμειναν έξω από το πρόγραμμα. Περισσότερες γυναίκες έβαλαν στο πιάτο τους ξηρούς καρπούς, κρέας, ψάρι και σκουροπράσινα φυλλώδη λαχανικά. Στο Νεπάλ ένα έργο κλιματικής προσαρμογής, που άνοιξε την εμπορική καλλιέργεια λαχανικών και φρούτων, έδωσε εννέα μονάδες. Στο Πράσινο Ακρωτήριο ένα έργο ύδρευσης δεν άλλαξε τίποτα στη διατροφή. Το νερό και οι υποδομές δεν φτάνουν από μόνα τους, αν δεν ακολουθήσουν καλλιέργειες και αγορές που δίνουν στον κόσμο κάτι να αγοράσει.
Οι στόχοι που μπήκαν πάνω στα νούμερα
Τον Μάιο του 2025 η 78η Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας πρόσθεσε έξι δείκτες παρακολούθησης στους διευρυμένους παγκόσμιους στόχους για τη διατροφή, και δύο από αυτούς είναι οι παραπάνω. Χωρίς στόχο, μια μέτρηση αλλάζει λίγα. Η ποικιλία στα παιδιά πρέπει να ανέβει 20% σε σχέση με τη βάση του 2025 και λειτουργεί ως ο πρακτικός μοχλός για τον στόχο της καθυστέρησης ανάπτυξης. Η ποικιλία στις γυναίκες πρέπει να ανέβει 30%, δεμένη με τον στόχο για το χαμηλό βάρος γέννησης.
Σε κανέναν από τους επτά παγκόσμιους στόχους διατροφής ο κόσμος δεν βρίσκεται σε καλή πορεία. Η αξία αυτών των δεικτών βρίσκεται στο ότι δίνουν στις κυβερνήσεις κάτι που μπορούν να αλλάξουν και να μετρήσουν μέσα σε λίγα χρόνια, αντί σε μια δεκαετία. Η διατροφική ποικιλία αντιδρά πολύ πιο γρήγορα από τα ποσοστά καθυστέρησης ανάπτυξης σε αλλαγές στο τι υπάρχει, τι κοστίζει και τι προωθείται, οπότε λειτουργεί ως έγκαιρο σήμα για το αν πιάνει η πολιτική. Για να γίνει το σήμα αποτέλεσμα, η ποιότητα της διατροφής πρέπει να μπει στους στόχους της γεωργίας δίπλα στην απόδοση. Εκεί σταματά να είναι στατιστικό της υγείας και γίνεται κομμάτι της επισιτιστικής ασφάλειας.
Πηγές
- FAO, IFAD, UNICEF, WFP και WHO. 2026. The State of Food Security and Nutrition in the World 2026. Ρώμη.







