Για 2,3 εκατομμύρια ανθρώπους στην Ελλάδα, το 22,7% του πληθυσμού, μια υγιεινή διατροφή είναι οικονομικά απρόσιτη. Είναι το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω μόνο από την Ουγγαρία και τη Σλοβακία, και πάνω από διπλάσιο του μέσου όρου της Νότιας Ευρώπης, που μένει στο 10,3%. Τα στοιχεία δίνει η φετινή έκθεση του FAO και τεσσάρων ακόμη οργανισμών του ΟΗΕ για την επισιτιστική ασφάλεια και τη διατροφή στον κόσμο.
Παγκοσμίως το ίδιο ισχύει για 2,69 δισεκατομμύρια ανθρώπους, έναν στους τρεις. Ο αριθμός πέφτει, από 3,13 δισεκατομμύρια το 2020 και 2,97 δισεκατομμύρια το 2021, καθώς τα εισοδήματα που μένουν για φαγητό ανέβηκαν κατά μέσο όρο πιο γρήγορα από τις τιμές. Το κόστος ωστόσο τρέχει και αυτό, και βρίσκεται πλέον περίπου 40% πάνω από το όριο της ακραίας φτώχειας.
Βασικά σημεία
- Στην Ελλάδα η υγιεινή διατροφή είναι απρόσιτη για το 22,7% του πληθυσμού, δηλαδή για 2,3 εκατομμύρια ανθρώπους, από 35,7% και 3,8 εκατομμύρια το 2017.
- Το ελληνικό ποσοστό είναι το τρίτο υψηλότερο στην Ένωση, μετά την Ουγγαρία με 29,8% και τη Σλοβακία με 27,2%.
- Το κόστος στην Ελλάδα ανέβηκε 43% από το 2021 στο 2025.
- Τα ζωικής προέλευσης τρόφιμα, τα φρούτα και τα λαχανικά απορροφούν κοντά στο 70% του κόστους και δίνουν περίπου το ένα τέταρτο των θερμίδων.
- Τα αμυλώδη κάνουν το αντίστροφο, δίνουν τις μισές θερμίδες με το ένα έκτο του κόστους.
Τι δείχνει το κόστος της υγιεινής διατροφής
Ο δείκτης δεν δείχνει τι βάζει ο κόσμος στο τραπέζι. Δείχνει το φθηνότερο ποσό με το οποίο καλύπτονται οι διατροφικές ανάγκες μιας μέρας, αν κάποιος αγοράσει τα πιο οικονομικά τρόφιμα που υπάρχουν στην αγορά του. Ο FAO και η Παγκόσμια Τράπεζα φτιάχνουν ένα καλάθι 2.330 θερμίδων από έξι ομάδες τροφίμων και ψάχνουν σε κάθε χώρα το φθηνότερο τρόφιμο μέσα σε κάθε ομάδα, με τιμές λιανικής από το Πρόγραμμα Διεθνών Συγκρίσεων. Στο καλάθι μπαίνουν έντεκα τρόφιμα, δύο αμυλώδη, δύο ζωικής προέλευσης, ένα από τα όσπρια και τους ξηρούς καρπούς, τρία λαχανικά, δύο φρούτα και ένα λιπαρό.
Πρόκειται για κατώτατο όριο και όχι για λογαριασμό σουπερμάρκετ. Έξω μένουν το ρεύμα και το αέριο του μαγειρέματος, το νερό, ο χρόνος της προετοιμασίας, τα τρόφιμα από τον κήπο του σπιτιού και κάθε πρόβλεψη για γούστα και συνήθειες. Στην πράξη τα νοικοκυριά ξοδεύουν παραπάνω σχεδόν παντού. Η χρησιμότητα του δείκτη βρίσκεται στη σύγκριση, αφού η ίδια λογική εφαρμόζεται σε κάθε χώρα. Οι τιμές μετρώνται πρώτα στο νόμισμα κάθε χώρας και μετά μετατρέπονται σε μια κοινή μονάδα, ώστε να συγκρίνονται κράτη με διαφορετικό κόστος ζωής.
Το αν μπορεί κάποιος να καλύψει αυτό το κόστος κρίνεται σε δεύτερο χρόνο, βάζοντάς το απέναντι στα εισοδήματα της χώρας, αφού αφαιρεθεί όσο πρέπει να ξοδέψει ένα νοικοκυριό για στέγη, ρεύμα και τα υπόλοιπα βασικά εκτός φαγητού.
Η Ελλάδα τρίτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Το ελληνικό ποσοστό έχει βελτιωθεί αισθητά μέσα σε μια οκταετία, από 35,7% του πληθυσμού και 3,8 εκατομμύρια ανθρώπους το 2017, στο 22,7% και 2,3 εκατομμύρια το 2025. Για ευρωπαϊκή χώρα παραμένει ψηλά. Πάνω από την Ελλάδα βρίσκονται μόνο η Ουγγαρία με 29,8% και η Σλοβακία με 27,2%, ενώ ακολουθούν η Βουλγαρία με 20,7% και η Ρουμανία με 20,1%. Στη Νότια Ευρώπη οι υπόλοιποι είναι πολύ πιο κάτω, με την Πορτογαλία στο 14,4%, την Ισπανία στο 9,3% και την Ιταλία στο 8,4%.

Το ύψος του κόστους από μόνο του δεν εξηγεί τη διαφορά. Στην Ελλάδα το καλάθι ανέβηκε 43% από το 2021 στο 2025 και βρίσκεται λίγο πάνω από τον μέσο όρο της Νότιας Ευρώπης, αρκετά πάνω από τη Δυτική και τη Βόρεια Ευρώπη. Μέσα στην Ένωση υπάρχουν όμως χώρες με σαφώς ακριβότερο καλάθι, όπως η Βουλγαρία και η Ουγγαρία. Στην ελληνική περίπτωση το βάρος πέφτει στη σχέση του κόστους με τα εισοδήματα των πιο αδύναμων νοικοκυριών.
Ένας δεύτερος δείκτης, από επίσημα εθνικά στοιχεία, δείχνει ότι το 7,1% του πληθυσμού βρέθηκε σε μέτρια ή σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια στην τριετία 2023 με 2025, γύρω στις 700 χιλιάδες ανθρώπους, από 15,8% την περίοδο 2014 με 2016. Η σοβαρή ανασφάλεια περιορίστηκε στο 1,6%. Το φαγητό υπάρχει στα ράφια. Αυτό που θυσιάζεται πρώτο όταν σφίγγει ο προϋπολογισμός είναι η ποιότητα.
Ζωικής προέλευσης τρόφιμα, φρούτα και λαχανικά απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του κόστους
Τα ζωικής προέλευσης τρόφιμα παίρνουν το 28% του κόστους μιας υγιεινής διατροφής παγκοσμίως, τα λαχανικά το 21% και τα φρούτα το 19%, κοντά στο 70% οι τρεις μαζί, και δίνουν μόλις το ένα τέταρτο των θερμίδων του καλαθιού. Τα αμυλώδη κινούνται αντίστροφα, δίνουν τις μισές θερμίδες με το 16% του κόστους, γιατί τα δημητριακά και οι ρίζες βγαίνουν φθηνά ανά θερμίδα και αντέχουν στην αποθήκευση και τη μεταφορά. Τα έλαια και τα λιπαρά είναι ακόμη φθηνότερα, 5% του κόστους για το 13% των θερμίδων. Το φθηνό γεύμα βγαίνει λοιπόν σχεδόν πάντα από αμυλώδη και λιπαρά, και το θρεπτικό κοστίζει πολλαπλάσια.

Η εικόνα αλλάζει ανά περιοχή. Στην Αφρική τα ζωικής προέλευσης τρόφιμα φτάνουν στο 35% του κόστους, το υψηλότερο μερίδιο για οποιαδήποτε ομάδα οπουδήποτε, και το 69% των αφρικανικών χωρών βρίσκεται στο ακριβότερο τρίτο του κόσμου για αυτή την ομάδα. Στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική πρώτα έρχονται τα λαχανικά με 25%. Τα φρούτα αντίθετα βγαίνουν φθηνά στην Αφρική, με το 82,4% των χωρών στο φθηνότερο τρίτο, χάρη στις τοπικές ποικιλίες που υπάρχουν σε αφθονία.
Παχυσαρκία και ακριβή διατροφή πάνε μαζί στην Ελλάδα
Η παχυσαρκία στους ενήλικες ανέβηκε από 24,2% το 2012 στο 27,4% το 2024, γύρω στα 2,3 εκατομμύρια ανθρώπους. Οι τιμές δένουν τα δύο φαινόμενα. Όταν οι θερμίδες από αμυλώδη και λιπαρά κοστίζουν ελάχιστα και τα λαχανικά, τα φρούτα και τα ζωικής προέλευσης τρόφιμα κοστίζουν πολλαπλάσια, το φθηνότερο γεύμα βγαίνει και το λιγότερο θρεπτικό.
Στα παιδιά κάτω των πέντε ετών τα υπέρβαρα έμειναν στο 13,5% το 2024, από 13,6% το 2012, όταν ο παγκόσμιος στόχος για το 2030 μιλά για κάτω από 5%. Τα λιποβαρή νεογνά ανέβηκαν από 10,9% σε 11,4% και η αναιμία στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας από 12,2% σε 15,6%. Στη διατροφική ποικιλία, το 74,1% των γυναικών από 15 έως 49 ετών τρώει τρόφιμα από τουλάχιστον πέντε από τις δέκα ομάδες που ορίζει ο δείκτης του ΟΗΕ.
Τα τοπικά προϊόντα ρίχνουν το κόστος κατά ένα τρίτο
Όταν κάθε χώρα χρησιμοποιεί τα φθηνότερα τρόφιμα που βρίσκει στον τόπο της, αντί για ένα σταθερό καλάθι με προϊόντα του διεθνούς εμπορίου, το κόστος πέφτει 34% κατά μέσο όρο. Στην Αφρική η διαφορά φτάνει το 78% και το ένα τρίτο περίπου αυτού του χάσματος το εξηγεί μόνη της η ποικιλία στα φρούτα. Τα φθηνότερα καλάθια της ηπείρου γεμίζουν με τρόφιμα που δεν υπάρχουν στους διεθνείς τιμοκαταλόγους, από αυτοφυή φυλλώδη λαχανικά μέχρι χουρμάδες, καρύδες και ντόπια εσπεριδοειδή.
Για όποιον δουλεύει στην παραγωγή το συμπέρασμα είναι πρακτικό. Η ποικιλία σε ό,τι καλλιεργείται και διακινείται τοπικά λειτουργεί σαν μηχανισμός τιμής, και καλλιέργειες που δεν φαίνονται ποτέ στα στατιστικά του διεθνούς εμπορίου κρατούν το κόστος πιο κάτω από τα εισαγόμενα. Εκτός σεζόν το κατεψυγμένο λαχανικό κοστίζει λιγότερο από το φρέσκο και κρατά την ίδια θρεπτική αξία.
Τι ρίχνει πραγματικά το κόστος
Από κάθε ευρώ που πληρώνει ο καταναλωτής, τα 70 με 75 λεπτά προστίθενται μετά το χωράφι. Στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος η μεταποίηση, η αποθήκευση και το χονδρικό εμπόριο δημιουργούν από μόνα τους το 30 με 40% της αξίας. Ανάμεσα σε όλους τους παράγοντες που εξετάζει η έκθεση, η εφοδιαστική βγαίνει από τους ισχυρότερους, με μια βελτίωση 10% στις επιδόσεις μιας χώρας να συνδέεται με κόστος χαμηλότερο κατά 5,4%. Το ίδιο ισχύει για τους δρόμους και για το κόστος των επικοινωνιών.
Οι απώλειες περνούν κατευθείαν στην τιμή. Το 14% της παραγωγής χάνεται από τη συγκομιδή μέχρι το ράφι και ένα ακόμη 19% πετιέται στη λιανική και στα σπίτια, με τα φρούτα και τα λαχανικά να χάνονται σε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά από τα δημητριακά σε κάθε στάδιο. Λιγότερο από το μισό φαγητό που χρειάζεται ψύξη τη λαμβάνει, οπότε μια αποθήκη με ψυγείο κάνει για την τιμή όσα και μια καλύτερη σοδειά.
Μετράει επίσης πού πάει το δημόσιο χρήμα. Το 70% περίπου των 540 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετήσιας στήριξης προς τους παραγωγούς παγκοσμίως είναι δεμένο με δημητριακά, ζάχαρη, γαλακτοκομικά, βοδινό και ελαιούχες καλλιέργειες. Οι προσομοιώσεις της έκθεσης δείχνουν ότι η επιδότηση των ήδη φθηνών αμυλωδών ανεβάζει το συνολικό κόστος μιας υγιεινής διατροφής κατά 0,4% παγκοσμίως, επειδή τραβά γη, εργασία και εισροές μακριά από τις άλλες αλυσίδες. Μια βελτίωση αποδοτικότητας 10% σε όλους τους κλάδους τροφίμων ρίχνει το κόστος κατά 12%, και οι παρεμβάσεις μόνο στα φρούτα και στα λαχανικά δίνουν 9 από αυτές τις ποσοστιαίες μονάδες. Η έρευνα που στρέφεται σε φρούτα, λαχανικά και όσπρια αποδίδει τα μεγαλύτερα οφέλη μακροπρόθεσμα.
Το κόστος πάντως είναι η μία πλευρά και το εισόδημα η άλλη. Γι' αυτό η έκθεση βάζει δίπλα στις μεταρρυθμίσεις της παραγωγής τις μεταβιβάσεις μετρητών και την κοινωνική προστασία με διατροφικό προσανατολισμό, με μια προειδοποίηση. Όταν η ζήτηση τονώνεται πιο γρήγορα απ' όσο μπορεί να απαντήσει η παραγωγή, οι τιμές απλώς ανεβαίνουν. Κάτω από όλα βρίσκεται η ενέργεια, αφού το ψυγείο, η μεταποίηση και η μεταφορά κάνουν τα θρεπτικά τρόφιμα πιο εκτεθειμένα στα καύσιμα απ' ό,τι τα αμυλώδη, δίαυλο που η σύγκρουση του 2026 στη Μέση Ανατολή άνοιξε ξανά.
Παρά τη βελτίωση από το 2020, μια υγιεινή διατροφή κοστίζει ακόμη περισσότερο από το όριο της ακραίας φτώχειας και παραμένει απρόσιτη για έναν στους τρεις ανθρώπους στον κόσμο. Στην Ελλάδα για περισσότερους από έναν στους πέντε. Εκεί ακριβώς κρίνεται αν το διαθέσιμο φαγητό γίνεται επισιτιστική ασφάλεια.
Πηγές
- FAO, IFAD, UNICEF, WFP και WHO. 2026. The State of Food Security and Nutrition in the World 2026. Ρώμη.







