Η υγεία του αμπελώνα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την έγκαιρη αναγνώριση εχθρών και ασθενειών και τη σωστή εφαρμογή προληπτικών μέτρων. Η σωστή διαμόρφωση σχήματος, το κλάδεμα και ο αερισμός της κόμης μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο προσβολών. Σε κάθε περίπτωση, η χημική καταπολέμηση εφαρμόζεται μόνο όταν τα προληπτικά μέτρα δεν αρκούν, και πάντα υπό την εποπτεία τοπικού γεωπόνου.
Εχθροί αμπέλου
Φυλλοξήρα (Phylloxera vastatrix)
Η φυλλοξήρα αποτελεί τον πλέον ιστορικά σημαντικό εχθρό της αμπέλου. Η αφίδα εισήχθη στην Ευρώπη γύρω στο 1850-60 από τη Βόρεια Αμερική και κατέστρεψε εκατομμύρια εκτάρια αμπελώνων μεταξύ 1860 και 1910, αλλάζοντας ριζικά την ευρωπαϊκή αμπελουργία.
Στην ευρωπαϊκή άμπελο κυριαρχεί η ριζόβια μορφή του παρασίτου: οι αφίδες τρέφονται στις ρίζες, σχηματίζοντας χαρακτηριστικά σφαιρίδια (κηκίδια). Η ζημιά στο ριζικό σύστημα είναι καταστροφική και μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη νέκρωση του πρέμνου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εμφανίζονται κηκίδια και στο φύλλωμα (φυλλόβια μορφή), κυρίως σε αμερικανικές ποικιλίες και υβρίδια.
Η μόνη αποτελεσματική αντιμετώπιση είναι η χρήση εμβολιασμένων φυτών πάνω σε ανθεκτικά αμερικανικά υποκείμενα. Η επιλογή υποκειμένου αποτελεί βασικό βήμα κατά τον σχεδιασμό του αμπελώνα. Σε αμμώδη εδάφη (περιεκτικότητα άμμου >65%), η φυλλοξήρα δεν μπορεί να ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής της, κάτι που επιτρέπει σε ορισμένες περιπτώσεις τη χρήση αυτόριζων φυτών.
Ευδεμίδα (Lobesia botrana)
Η ευδεμίδα είναι ένα λεπιδόπτερο που αποτελεί έναν από τους πιο κοινούς εχθρούς της αμπέλου στη Μεσόγειο. Το έντομο ολοκληρώνει 2-3 γενιές ετησίως. Οι προνύμφες πρώτης γενιάς τρέφονται στα άνθη και τις ταξιανθίες, ενώ οι επόμενες γενιές επιτίθενται απευθείας στις ράγες, τρυπώντας τις και δημιουργώντας συνθήκες για δευτερογενείς μυκητολογικές μολύνσεις (ιδίως βοτρύτη). Τα θηλυκά μπορούν να γεννήσουν πάνω από 30 αυγά ημερησίως.
Τα προληπτικά μέτρα περιλαμβάνουν: τοποθέτηση παγίδων φερομόνης για παρακολούθηση πληθυσμού (και σε ορισμένες περιπτώσεις μαζική παγίδευση ή σύγχυση σύζευξης), συνεχή επιθεώρηση της καλλιέργειας και αφαίρεση ζιζανίων. Η μέθοδος σύγχυσης σύζευξης (mating disruption) εφαρμόζεται ευρέως σε βιολογικούς αμπελώνες: διασπείρονται φερομόνες στον αμπελώνα ώστε τα αρσενικά να μην μπορούν να εντοπίσουν τα θηλυκά. Ο χημικός έλεγχος χρησιμοποιείται μόνο σε εκτεταμένες προσβολές.
Endopiza viteana (Παραλοβεσία)
Αυτό το λεπιδόπτερο προέρχεται από τη Βόρεια Αμερική και μπορεί να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές απώλειες. Ολοκληρώνει 2-3 γενιές ετησίως. Τα ενήλικα διαχειμάζουν στο έδαφος (ως νύμφες) και αρχίζουν να ωοτοκούν στα άνθη στα τέλη της άνοιξης. Οι προνύμφες επόμενων γενεών τρυπούν τις ράγες για να τραφούν, δημιουργώντας ιστούς γύρω από τους καρπούς και μαύρες στοές στην επιφάνεια. Τα προσβεβλημένα σταφύλια δεν μπορούν να εμπορευτούν και αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο δευτερογενών λοιμώξεων.
Τα προληπτικά μέτρα είναι παρόμοια με αυτά της ευδεμίδας (παγίδες φερομόνης, παρακολούθηση, αφαίρεση ζιζανίων). Λόγω ανάπτυξης ανθεκτικότητας σε εντομοκτόνα, ο βιολογικός έλεγχος (φυσικοί εχθροί, Bacillus thuringiensis) θεωρείται πιο αποτελεσματικός μακροπρόθεσμα.
Ασθένειες αμπέλου
Περονόσπορος (Plasmopara viticola)
Ο περονόσπορος αποτελεί ίσως τη σοβαρότερη ασθένεια της αμπέλου, ικανή να καταστρέψει το 100% της παραγωγής. Ευνοείται από ζεστό και υγρό κλίμα, ιδίως μετά από ανοιξιάτικες βροχοπτώσεις. Ο μύκητας διαχειμάζει σε νεκρούς ιστούς στο έδαφος (ως ωοσπόρια) και ξεκινά τις πρωτογενείς μολύνσεις την άνοιξη, όταν η θερμοκρασία ξεπεράσει τους 10 °C σε συνδυασμό με βροχή.
Τα συμπτώματα: χαρακτηριστικές ελαιώδεις κηλίδες (oil spots) στην πάνω επιφάνεια των φύλλων, που μοιάζουν με ψηφιδωτό. Στην κάτω πλευρά, εμφανίζεται λευκή εξάνθιση (σποριοφόροι του μύκητα). Νέκρωση βλαστών, μαρασμός ταξιανθιών και σκλήρυνση-πτώση ραγών σε όψιμες μολύνσεις.
Τα προληπτικά μέτρα περιλαμβάνουν: σωστό κλάδεμα για αερισμό κόμης, αφαίρεση νεκρών φυτικών ιστών από το έδαφος, ασφαλείς αποστάσεις φύτευσης, απολύμανση εργαλείων και σωστή λίπανση για ενίσχυση της άμυνας του φυτού. Ο περονόσπορος αντιμετωπίζεται χημικά κυρίως με ενώσεις χαλκού (χρησιμοποιούνται από το 1880, π.χ. βορδιγάλειος πολτός) και σύγχρονα μυκητοκτόνα (μεταλαξύλη, φοσετύλη αργιλίου). Στη βιολογική γεωργία χρησιμοποιούνται χαλκούχα σκευάσματα και βιολογικοί παράγοντες.
Ωίδιο (Erysiphe necator)
Το ωίδιο αποτελεί τη δεύτερη σοβαρότερη μυκητολογική ασθένεια. Ο μύκητας διαχειμάζει στους οφθαλμούς, τα φύλλα, τις κληματίδες και τους βραχίονες. Ευνοείται από υψηλές θερμοκρασίες (25-30 °C) σε συνδυασμό με μέτρια σχετική υγρασία (40-60%). Σε αντίθεση με τον περονόσπορο, δεν χρειάζεται ελεύθερο νερό στα φύλλα για να μολύνει.
Τα συμπτώματα: χλωρωτικές κηλίδες στα φύλλα (μικρότερες από αυτές του περονοσπόρου), που σύντομα καλύπτονται από χαρακτηριστική λευκή αλευρώδη εξάνθιση σε φύλλα, βλαστούς και ράγες. Τα προσβεβλημένα σταφύλια σχίζονται, νεκρώνονται και πέφτουν. Ακόμη και σε ήπια μόλυνση, η ασθένεια μειώνει τη σακχαροπεριεκτικότητα, τα αρωματικά χαρακτηριστικά και την ανθεκτικότητα του πρέμνου στο κρύο.
Τα προληπτικά μέτρα είναι παρόμοια με αυτά του περονοσπόρου: αερισμός κόμης, αφαίρεση νεκρών ιστών, απολύμανση εργαλείων. Η χημική αντιμετώπιση βασίζεται κυρίως σε ενώσεις θείου, οι οποίες δρουν αποτελεσματικά σε θερμοκρασίες 18-30 °C. Κάτω από 18 °C το θείο γίνεται ανενεργό, ενώ πάνω από 30 °C μπορεί να προκαλέσει εγκαύματα στις ράγες. Χρησιμοποιούνται επίσης συστημικά μυκητοκτόνα (π.χ. τριαζόλες) σε εναλλαγή για αποφυγή ανθεκτικότητας.
Ίσκα (σύμπλεγμα Esca)
Η ίσκα (Esca) είναι σοβαρή ασθένεια του ξύλου που προκαλείται από σύμπλεγμα μυκήτων, με κυριότερο τον Fomitiporia mediterranea. Τοξίνες που παράγονται από ασκομύκητες (Phaeomoniella chlamydospora, Phaeoacremonium minimum) προκαλούν τα ορατά συμπτώματα στα φύλλα. Αποτελεί μεγάλο πρόβλημα σε ώριμους ευρωπαϊκούς αμπελώνες, ιδίως σε Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία και Ελλάδα.
Η ίσκα ονομάζεται «σιωπηλή ασθένεια»: μπορεί να εξελιχθεί ως χρόνια μόλυνση χωρίς εμφανή συμπτώματα για χρόνια, ή να προκαλέσει ξαφνική αποπληξία (πλήρη ξήρανση πρέμνου μέσα σε λίγες ημέρες) κατά τη διάρκεια θερμών και ξηρών περιόδων. Τα συμπτώματα στα φύλλα περιλαμβάνουν χαρακτηριστικούς κίτρινους και καφέ μεταχρωματισμούς σε σχήμα ρίγας τίγρης (tiger-stripe pattern). Σε εγκάρσια τομή βλαστών, το προσβεβλημένο ξύλο είναι μαλακό, πορώδες και κιτρινωπό.
Αυστηρό κλάδεμα, παγετοί και τραυματισμοί ξύλου επιταχύνουν τον κύκλο της νόσου. Δεν υπάρχει αποτελεσματική χημική θεραπεία. Η πρόληψη βασίζεται σε: χρήση πιστοποιημένου υγιούς πολλαπλασιαστικού υλικού, απολύμανση τραυμάτων κλαδέματος (μυκητοκτόνο πάστα), ελαχιστοποίηση μεγάλων τομών, αφαίρεση και καύση προσβεβλημένων πρέμνων. Το σύστημα Guyot, με την ετήσια αντικατάσταση κληματίδων, μειώνει τον κίνδυνο σε σύγκριση με μόνιμα γραμμοειδή σχήματα.
Τεφρά σήψη (Botrytis cinerea)
Ο Botrytis cinerea αποτελεί ένα από τους πλέον διαδεδομένους μύκητες παγκοσμίως. Η τεφρά σήψη επηρεάζει κυρίως ώριμα σταφύλια κοντά στη συγκομιδή. Ευνοείται από υψηλή υγρασία σε ευρύ φάσμα θερμοκρασιών (15-25 °C ιδανικά). Τα συμπτώματα: καφέ κηλίδα που εξαπλώνεται σταδιακά σε ολόκληρη τη ράγα, μαλάκωση, σήψη και τελικά μουμιοποίηση. Τα μουμιοποιημένα σταφύλια στο έδαφος αποτελούν εστία μόλυνσης για την επόμενη σεζόν. Η νόσος εξαπλώνεται ταχύτατα μέσω άμεσης επαφής μεταξύ ραγών, ανέμου και βροχής.
Τα μέτρα ελέγχου περιλαμβάνουν: σωστή αποφύλλωση για αερισμό γύρω από τα τσαμπιά, αραίωση πυκνών τσαμπιών, αφαίρεση μολυσμένων ιστών, απολύμανση εργαλείων. Σε χημική αντιμετώπιση χρησιμοποιούνται ειδικά αντιβοτρυτικά μυκητοκτόνα (π.χ. φενχεξαμίδη, πυριμεθανίλη), πάντα σε εναλλαγή δραστικών ουσιών για αποφυγή ανθεκτικότητας.
Υπό συγκεκριμένες κλιματικές συνθήκες (εναλλαγή υγρασίας-ξηρασίας), ο Botrytis μπορεί να προκαλέσει ευγενή σήψη (noble rot), αυξάνοντας τη συγκέντρωση σακχάρων στη ράγα έως και 40%. Ορισμένοι παραγωγοί εκμεταλλεύονται σκόπιμα αυτό το φαινόμενο για την παραγωγή γλυκών οίνων (Sauternes, Tokaji, Trockenbeerenauslese).
Μαύρη σήψη (Guignardia bidwellii)
Η μαύρη σήψη ευνοείται από ζεστό και υγρό κλίμα. Ο μύκητας προσβάλλει όλα τα πράσινα μέρη της αμπέλου, αλλά η σοβαρότερη ζημιά εμφανίζεται στις ράγες: μαλακώνουν, σαπίζουν και μουμιοποιούνται. Τα μουμιοποιημένα σταφύλια στο έδαφος αποτελούν κύρια πηγή μολύσματος για την επόμενη χρονιά.
Η αντιμετώπιση βασίζεται σε προληπτικά μέτρα: αφαίρεση μουμιοποιημένων ραγών από αμπελώνα και έδαφος, κατάλληλο κλάδεμα για αερισμό, σωστές αποστάσεις φύτευσης και ηλιοφάνεια. Η χημική καταπολέμηση (μυκητοκτόνα) εφαρμόζεται προληπτικά σε περιοχές με ιστορικό μαύρης σήψης.
Πηγές
Armijo, G. et al. (2016). Grapevine pathogenic microorganisms: Understanding infection strategies and host response scenarios. Frontiers in Plant Science, 7, 382.
Fontaine, F. et al. (2016). Grapevine trunk disease in European and Mediterranean vineyards: Occurrence, distribution and associated disease-causing fungal pathogens. Phytopathologia Mediterranea, 55(2), 169-188.
Keller, M. (2020). The Science of Grapevines: Anatomy and Physiology. 3rd Edition, Academic Press.







