Επί αιώνες, σχεδόν όλο το ψάρι που έτρωγε ο άνθρωπος ερχόταν από το ψάρεμα στη φύση. Σήμερα αυτό δεν ισχύει πια. Σύμφωνα με την έκθεση The State of World Fisheries and Aquaculture, τη βασική έκθεση του FAO για τον κλάδο, στην έκδοση του 2026, τα ψάρια και τα θαλασσινά που εκτρέφονται έχουν ξεπεράσει αυτά που αλιεύονται και αποτελούν πλέον την κύρια πηγή όσων καταναλώνουμε. Το 2024 η υδατοκαλλιέργεια έδωσε 103 εκατομμύρια τόνους, ποσότητα ρεκόρ, που αντιστοιχεί στο 53% της παγκόσμιας παραγωγής και ξεπερνά το 59% αν μετρήσουμε μόνο όσα καταλήγουν στο πιάτο.
Η αλλαγή αυτή είναι μόνιμη και αφορά το ίδιο το από πού προέρχεται η τροφή μας. Αξίζει να κοιτάξουμε προσεκτικά τα νούμερα, γιατί καθορίζουν τι μπορούν να περιμένουν παραγωγοί, αγοραστές και καταναλωτές από την αγορά των θαλασσινών την επόμενη δεκαετία.
Χρονιά ρεκόρ για τη συνολική παραγωγή
Το 2024 η συνολική παραγωγή αλιείας και υδατοκαλλιέργειας έσπασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ και έφτασε τους 235 εκατομμύρια τόνους. Από αυτούς, οι 195 εκατομμύρια τόνοι ήταν ψάρια και άλλα υδρόβια ζώα, υπολογισμένα σε ζωντανό βάρος, και οι υπόλοιποι 40 εκατομμύρια τόνοι φύκια, σε υγρό βάρος. Η παραγωγή αυτή μεγαλώνει σταθερά εδώ και δεκαετίες, με μέσο ετήσιο ρυθμό 3,2% από το 1950, και το 89% της καταλήγει στο τραπέζι μας. Σήμερα ο μέσος άνθρωπος έχει στη διάθεσή του πάνω από 21 κιλά τον χρόνο.
Την αύξηση αυτή τη φέρνει σχεδόν αποκλειστικά η υδατοκαλλιέργεια. Η αλιεία, δηλαδή το ψάρεμα στη φύση, έμεινε ουσιαστικά στάσιμη, γύρω στους 92 εκατομμύρια τόνους το 2024, όσο περίπου κυμαίνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ανάμεσα σε 86 και 94 εκατομμύρια τόνους. Το μεγαλύτερο μέρος του άγριου αλιεύματος το δίνει η θάλασσα, με περίπου 80 εκατομμύρια τόνους, ενώ η αλιεία στα εσωτερικά ύδατα έπιασε ρεκόρ, στους 12,3 εκατομμύρια τόνους. Το ψάρεμα στη φύση όμως έχει πιάσει ταβάνι. Η υδατοκαλλιέργεια, αντίθετα, ανεβαίνει χρόνο με τον χρόνο, και σε αυτή την απόκλιση κρύβεται όλη η ουσία των στοιχείων του 2024.

Τι σημαίνει στην πράξη το ορόσημο του 53%
Αξίζει να σταθούμε στο νούμερο, γιατί μπορεί να ειπωθεί με διάφορους τρόπους. Οι 103 εκατομμύρια τόνοι της υδατοκαλλιέργειας είναι το 53% της συνολικής παραγωγής. Αν αφήσουμε όμως απ' έξω ό,τι δεν πηγαίνει για φαγητό, δηλαδή τα ιχθυάλευρα, τα ιχθυέλαια και τις άλλες βιομηχανικές χρήσεις, και κρατήσουμε μόνο όσα τρώει ο κόσμος, το μερίδιό της ξεπερνά το 59%. Όπως κι αν το δει κανείς, τα εκτρεφόμενα ψάρια είναι πια η κύρια πηγή των θαλασσινών που φτάνουν στο πιάτο.
Κι αυτό έχει σημασία, γιατί η αλιεία δεν έχει περιθώριο να καλύψει τη ζήτηση που μεγαλώνει. Το 2023, μόλις το 62,4% των θαλάσσιων αλιευτικών αποθεμάτων αλιευόταν μέσα σε βιώσιμα όρια, ποσοστό μειωμένο κατά 2,1 μονάδες σε σχέση με το 2021. Αν κοιτάξουμε τις ποσότητες αντί για τον αριθμό των αποθεμάτων, τα πράγματα φαίνονται κάπως καλύτερα, αφού το 72,6% των αλιευμάτων προέρχεται από αποθέματα που αλιεύονται βιώσιμα. Αυτό απλώς δείχνει ότι τα μεγάλα και παραγωγικά αποθέματα τυγχάνουν συνήθως καλύτερης διαχείρισης. Η κατεύθυνση πάντως δεν αλλάζει. Δεν μένουν πολλά περιθώρια να βγάλουμε περισσότερο ψάρι από τη φύση χωρίς να την εξαντλήσουμε, και ακριβώς γι' αυτό η εκτροφή έγινε ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος για να καλυφθεί η αυξανόμενη ζήτηση.
Από πού προέρχονται τα εκτρεφόμενα ψάρια του κόσμου
Στη σημερινή υδατοκαλλιέργεια ξεχωρίζουν δύο πράγματα με σημασία για ολόκληρο τον κλάδο. Το ένα είναι πόσο συγκεντρωμένη είναι η παραγωγή. Η Ασία βγάζει περίπου το 89% των εκτρεφόμενων υδρόβιων ζώων, και μόνο πέντε χώρες δίνουν μαζί το 82% του συνόλου. Με την προσφορά μαζεμένη σε τόσο λίγα χέρια, μια αλλαγή στην πολιτική, μια επιδημία ή μια αύξηση στο κόστος των εισροών σε δυο τρεις χώρες αρκεί για να ταρακουνήσει όλη την παγκόσμια αγορά.
Το άλλο είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος της εκτροφής γίνεται σε γλυκό νερό και όχι στη θάλασσα. Από τους 103 εκατομμύρια τόνους, οι 64 (63%) βγαίνουν από λίμνες, δεξαμενές και άλλα συστήματα γλυκού νερού, και μόλις οι 38 (37%) από τη θάλασσα και τις ακτές. Όταν λέμε υδατοκαλλιέργεια, ο νους πάει στα κλουβιά ανοιχτά στο πέλαγος, αυτά όμως είναι μόνο ένα κομμάτι. Τα περισσότερα εκτρεφόμενα ψάρια του κόσμου εξακολουθούν να βγαίνουν από το γλυκό νερό της ενδοχώρας.
Στη Μεσόγειο, ο κλάδος ζει κυρίως από το θαλάσσιο κομμάτι. Το λαβράκι και η τσιπούρα κρατούν τη θαλάσσια υδατοκαλλιέργεια της περιοχής και έχουν ισχυρή ζήτηση σε όλη την Ευρώπη.
Τα ψάρια στη διατροφή και στις τοπικές οικονομίες
Πέρα από τις ποσότητες, τα ψάρια και τα θαλασσινά έχουν και διατροφική αξία. Δίνουν βασικά ιχνοστοιχεία, ωμέγα-3 λιπαρά οξέα και πρωτεΐνη υψηλής ποιότητας, στοιχεία απαραίτητα για μια υγιεινή διατροφή, και την αξία τους αυτή την αναλύουμε στο κείμενό μας για τις θαλάσσιες πηγές ωμέγα-3. Το 2023, για περισσότερο από το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού, τα ψάρια κάλυπταν τουλάχιστον το ένα πέμπτο της ζωικής πρωτεΐνης. Στην Αφρική φτάνουν περίπου το 19% της διαθέσιμης ζωικής πρωτεΐνης, το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό ανάμεσα στις ηπείρους, και σε πολλές φτωχές χώρες είναι από τις φθηνότερες και πιο εύκολα προσβάσιμες πηγές καλής πρωτεΐνης.
Ο κλάδος δίνει και πολλές δουλειές. Το 2024 απασχολούσε 65 εκατομμύρια ανθρώπους στην πρωτογενή παραγωγή και αποτελεί στήριγμα για αγροτικές οικονομίες και παράκτιες κοινότητες. Οι γυναίκες είναι το 27% όσων δουλεύουν στην παραγωγή και το 56% στη μεταποίηση. Μεγάλη είναι και η αξία που διακινείται. Το 2024 το παγκόσμιο εμπόριο αλιευτικών προϊόντων έφτασε τα 186 δισ. δολάρια, με 230 χώρες και περιοχές να συμμετέχουν, ποσό συγκρίσιμο με το εμπόριο των χερσαίων κρεάτων και ίσο περίπου με το 9% όλου του αγροτικού εμπορίου.
Η επόμενη δεκαετία δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του FAO ως το 2034, η ίδια τάση συνεχίζεται. Η συνολική παραγωγή υπολογίζεται να φτάσει τους 214 εκατομμύρια τόνους, με την υδατοκαλλιέργεια να παραμένει η βασική πηγή της αύξησης, στους 119 εκατομμύρια τόνους. Η αλιεία προβλέπεται να ανακάμψει ελαφρά, γύρω στους 95 εκατομμύρια τόνους, χάρη στην καλύτερη διαχείριση και στις μικρότερες απώλειες, όχι σε περισσότερο ψάρεμα. Πάνω από το 90% της παραγωγής θα καταλήγει στο πιάτο, και η διαθεσιμότητα ανά άτομο θα ανέβει στα 21,9 κιλά παγκοσμίως.
Αυτός ο παγκόσμιος μέσος όρος όμως κρύβει μεγάλες ανισότητες. Η ταχύτερη αύξηση προβλέπεται για την Αφρική, στο 18%, κι όμως εκεί η διαθεσιμότητα ανά άτομο αναμένεται να μειωθεί, γιατί ο πληθυσμός θα μεγαλώνει πιο γρήγορα από την προσφορά. Εδώ βρίσκεται και το βασικό δίλημμα της έκθεσης. Η υδατοκαλλιέργεια μπορεί να θρέψει έναν κόσμο που μεγαλώνει, το αν όμως θα φτάσει στις περιοχές που τη χρειάζονται περισσότερο δεν θα κριθεί από τα ρεκόρ παραγωγής, αλλά από τις επενδύσεις, τη διακυβέρνηση και την καινοτομία. Χωρίς πρόοδο σε αυτά, η ανάπτυξη κινδυνεύει να αφήσει πίσω της τόσο τη δικαιοσύνη όσο και τη βιωσιμότητα.
Τα στοιχεία του 2024 επιβεβαιώνουν την αλλαγή. Τα εκτρεφόμενα ψάρια θρέφουν πια περισσότερο κόσμο από το άγριο ψάρεμα. Το πιο δύσκολο ερώτημα για την επόμενη δεκαετία είναι αν η υδατοκαλλιέργεια μπορεί να μεγαλώσει με βιώσιμο τρόπο και να φτάσει σε όσους τη χρειάζονται. Το βάρος πλέον πέφτει στην ποιότητα της ανάπτυξης και όχι στην ταχύτητά της.







