Το 2024 και το 2025 οι τιμές του καφέ και του κακάο σημείωσαν τα υψηλότερα ονομαστικά επίπεδα που έχουν καταγραφεί ποτέ. Μια νέα μελέτη του FAO για τη δυναμική των τιμών στις παγκόσμιες αγορές ροφημάτων αποδίδει την άνοδο κυρίως στα βασικά μεγέθη της αγοράς. Σε καφέ, κακάο και τσάι, οι μεταβολές της παραγωγής και της κατανάλωσης εξηγούν πάνω από το 90% των βραχυπρόθεσμων διακυμάνσεων, η αβεβαιότητα τις εντείνει, και ο ρόλος των μακροοικονομικών παραγόντων μένει μικρός. Οι σοδειές δεν επαρκούσαν, η κατανάλωση αυξανόταν, και με τα αποθέματα σε χαμηλά επίπεδα κάθε κακή είδηση για τον καιρό αρκούσε για να τιναχτούν οι τιμές.
Δύο λόγοι κάνουν αυτές τις καλλιέργειες ιδιαίτερα ευάλωτες. Πρώτον, η παραγωγή είναι συγκεντρωμένη σε λίγες χώρες, οπότε μια κακή χρονιά σε έναν μεγάλο παραγωγό επηρεάζει αμέσως όλη την αγορά. Δεύτερον, πρόκειται για πολυετή φυτά, ευαίσθητα στον καιρό, που δεν αντικαθίστανται μέσα σε έναν χρόνο όταν χαθεί μια παραγωγή. Όταν σε αυτά προστεθούν διαδοχικές ξηρασίες, παγετοί και ασθένειες, το αποτέλεσμα είναι αυτό που ζήσαμε την τελευταία τριετία.
Βασικά σημεία
- Την τιμή την καθόρισαν η προσφορά και η ζήτηση. Σε καφέ, κακάο και τσάι, οι μεταβολές παραγωγής και κατανάλωσης εξηγούν πάνω από το 90% των βραχυπρόθεσμων διακυμάνσεων, ενώ οι μακροοικονομικοί παράγοντες έχουν περιορισμένη επίδραση.
- Ο καφές σημείωσε ονομαστικό ρεκόρ. Ο σύνθετος δείκτης του Διεθνούς Οργανισμού Καφέ έφτασε τα 7,8 δολάρια το κιλό τον Φεβρουάριο του 2025, το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί, με την Αραμπίκα και τη Ρομπούστα στα 9,05 και 5,81 δολάρια.
- Το κακάο ανέβηκε ακόμη πιο απότομα. Έφτασε τα 9,7 δολάρια το κιλό τον Απρίλιο του 2024, μετά από πτώση 12,9% στην παγκόσμια παραγωγή μέσα σε μία σεζόν.
- Το πλήγμα στο κακάο ήρθε από τη Δυτική Αφρική. Η παραγωγή έπεσε 25,3% στην Ακτή Ελεφαντοστού και 31,3% στη Γκάνα, από την ξηρασία και τον ιό του πρησμένου βλαστού.
- Τα χαμηλά αποθέματα έκαναν τα πράγματα χειρότερα. Με άδειες αποθήκες, ακόμη και μια μικρή διαταραχή φτάνει για να εκτιναχθεί η τιμή.
Καφές και κακάο ακρίβυναν πιο γρήγορα από τα υπόλοιπα αγροτικά προϊόντα
Τα τελευταία χρόνια καφές και κακάο ακρίβυναν πολύ πιο γρήγορα από τα υπόλοιπα αγροτικά προϊόντα, και αυτό οφείλεται στον τρόπο που είναι στημένες οι δύο αγορές. Ο καφές στηρίζεται κατά κύριο λόγο στη Βραζιλία και στο Βιετνάμ, που μαζί δίνουν περίπου τη μισή παγκόσμια παραγωγή. Το κακάο εξαρτάται από τη Δυτική Αφρική, με την Ακτή Ελεφαντοστού να ελέγχει περίπου το 30% του παγκόσμιου εμπορίου και τη Γκάνα δεύτερη σε μέγεθος. Με τόσο λίγες χώρες να κρατούν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, μια κακή χρονιά σε μία από αυτές αφήνει την αγορά χωρίς εναλλακτική. Την ίδια στιγμή η ζήτηση δεν σταματά να αυξάνεται. Ο καφές κερδίζει έδαφος σε όλη την Ασία και η κατανάλωση σοκολάτας παραμένει σταθερή στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, οπότε κάθε πτώση της παραγωγής βρίσκει απέναντί της μια αγορά που δεν μικραίνει.
Πώς ο καφές έφτασε σε τιμή ρεκόρ
Η άνοδος του καφέ ήρθε σε δύο φάσεις. Στην πρώτη, η ξηρασία και ο παγετός του 2021 στη βραζιλιάνικη πολιτεία Μίνας Ζεράις χτύπησαν τη σοδειά Αραμπίκα και ανέβασαν τις τιμές ως τον Φεβρουάριο του 2022 σε επίπεδα κατά 64% υψηλότερα από έναν χρόνο πριν. Ακολούθησε αποκλιμάκωση μέσα στο 2022 και στο 2023, μέχρι που η ξηρασία χτύπησε ξανά Βραζιλία και Βιετνάμ στα τέλη του 2023. Στο Βιετνάμ η παρατεταμένη ανομβρία μείωσε τη σοδειά του 2023/24 κατά περίπου 20%, στενεύοντας την προσφορά Ρομπούστα ενώ η Αραμπίκα παρέμενε λιγοστή.
Τον Φεβρουάριο του 2025 ο σύνθετος δείκτης του Διεθνούς Οργανισμού Καφέ βρέθηκε στα 7,8 δολάρια το κιλό, ρεκόρ για τα δεδομένα του δείκτη, με την Αραμπίκα στα 9,05 και τη Ρομπούστα στα 5,81 δολάρια. Το ρεκόρ όμως αφορά τις ονομαστικές τιμές. Αν συνυπολογιστεί ο πληθωρισμός, η κορύφωση δεν απέχει πολύ από εκείνες της δεκαετίας του 1990 και του 2011, οπότε η άνοδος ήταν ακραία χωρίς ωστόσο να είναι πρωτοφανής. Μετά τον Φεβρουάριο οι τιμές άρχισαν να υποχωρούν, και τον Δεκέμβριο του 2025 ο μέσος όρος ήταν στα 6,7 δολάρια, περίπου 2% πάνω από την ήδη υψηλή περσινή τιμή.

Η κατάρρευση της σοδειάς που εκτόξευσε το κακάο
Στο κακάο η άνοδος ήταν πιο βίαιη και είχε μία κυρίως αιτία. Το ράλι ξεκίνησε το 2023 και κορυφώθηκε στα 9,7 δολάρια το κιλό τον Απρίλιο του 2024, καθώς η Δυτική Αφρική έβγαλε πολύ λιγότερο προϊόν. Η παγκόσμια παραγωγή κακάο έπεσε 12,9% τη σεζόν 2023/24, από 5,0 σε 4,4 εκατομμύρια τόνους, και το χάσμα ανάμεσα σε όσο καλλιεργήθηκε και σε όσο ζητούσε η βιομηχανία σοκολάτας άνοιξε επικίνδυνα. Το μεγαλύτερο μέρος της πτώσης ήρθε από δύο μόνο χώρες, με την παραγωγή να υποχωρεί 25,3% στην Ακτή Ελεφαντοστού και 31,3% στη Γκάνα. Και στις δύο, φταίνε η ξηρασία και η εξάπλωση του ιού του πρησμένου βλαστού του κακάο (swollen shoot), μιας ασθένειας που μειώνει μόνιμα την απόδοση των δέντρων και υποχρεώνει τους παραγωγούς να τα ξεριζώσουν και να φυτέψουν καινούρια.
Επειδή ένα δέντρο κακάο δεν ξαναμπαίνει σε πλήρη παραγωγή μέσα σε μία σεζόν, μια τέτοια απώλεια θέλει χρόνια για να καλυφθεί, και γι' αυτό η τιμή κράτησε ψηλά για μήνες αντί να διορθωθεί γρήγορα. Η υποχώρηση ήρθε αργότερα μέσα στο 2024, όταν ο καιρός καλυτέρεψε και η επόμενη σοδειά προβλεπόταν αυξημένη πάνω από 10%.

Η στενή προσφορά συναντά μια ζήτηση που δεν σταματά
Το κοινό στοιχείο και στις δύο περιπτώσεις είναι πως την τιμή την ορίζουν τα πραγματικά μεγέθη της αγοράς, η παραγωγή και η κατανάλωση, πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε χρηματοοικονομικό παράγοντα. Η μελέτη του FAO υπολογίζει ότι οι μεταβολές τους εξηγούν πάνω από το 90% των βραχυπρόθεσμων διακυμάνσεων σε καφέ, κακάο και τσάι, όταν οι ισοτιμίες και το γενικότερο οικονομικό κλίμα μετρούν πολύ λιγότερο. Αφετηρία είναι σχεδόν πάντα ο καιρός, οι ξηρασίες, οι παγετοί και οι υπερβολικές βροχές, ενώ ρόλο παίζουν και οι ασθένειες, το ακριβότερο κόστος εργασίας και εισροών, καθώς και οι καθυστερήσεις στις μεταφορές.
Από την άλλη πλευρά, η ζήτηση δεν αφήνει περιθώρια. Ο καφές πίνεται όλο και περισσότερο στην Ασία, η σοκολάτα διατηρεί τη ζήτησή της στις παραδοσιακές αγορές, και το τσάι κερδίζει έδαφος μέσα στις ίδιες τις παραγωγές χώρες, με πρώτη την Κίνα. Όσο μεγαλώνει η κατανάλωση, τόσο λιγότερο μπορεί η αγορά να απορροφήσει ένα κακό ξεκίνημα της χρονιάς, και έτσι το ίδιο καιρικό πρόβλημα κουνάει τις τιμές πολύ περισσότερο απ' ό,τι θα τις κουνούσε πριν από μια δεκαετία.
Τα χαμηλά αποθέματα μεγέθυναν κάθε αναταραχή
Τα αποθέματα είναι το μαξιλάρι που έλειπε. Όταν οι αποθήκες είναι γεμάτες, οι αγοραστές τραβούν από εκεί για να περάσουν μια κακή σοδειά και οι τιμές μένουν ήρεμες. Όταν όμως τα αποθέματα είναι ήδη χαμηλά, όπως στην αρχή και των δύο ράλι, δεν υπάρχει αυτό το περιθώριο. Οι αγορές αντιδρούν υπερβολικά ακόμη και σε μικρές διαταραχές, και ο φόβος για μεγαλύτερη έλλειψη τραβάει τις τιμές ακόμη πιο ψηλά. Έτσι εξηγείται γιατί ένα καιρικό πρόβλημα ίδιου μεγέθους μπορεί να περάσει απαρατήρητο τη μία χρονιά και να γράψει ρεκόρ την επόμενη.
Για παραγωγούς και αγοραστές, το συμπέρασμα είναι πρακτικό και αφορά τη θωράκιση απέναντι στις διακυμάνσεις. Η μελέτη προτείνει καλλιέργειες πιο ανθεκτικές στο κλίμα, προγράμματα αναφύτευσης και σοβαρότερη αντιμετώπιση εχθρών και ασθενειών, ώστε να σταθεροποιηθεί η παραγωγή. Προτείνει επίσης πιο καθαρή εικόνα για τα αποθέματα και την πορεία των καλλιεργειών, για να μη φουντώνουν οι τιμές με βάση τις προσδοκίες, και ένα δικαιότερο κομμάτι της τελικής τιμής να καταλήγει στους παραγωγούς, που σηκώνουν και το μεγαλύτερο ρίσκο. Τίποτα από αυτά δεν εξαφανίζει τις διακυμάνσεις, μειώνει όμως το πόσο απότομα κινούνται οι τιμές όταν έρθει η επόμενη ξηρασία.







