Ο αγρότης καλλιεργεί τη γη και παράγει την πρώτη ύλη Όμως όσο το προϊόν απομακρύνεται από το χωράφι, τόσο μεγαλώνει η αξία του για όλους τους υπόλοιπους κρίκους της αλυσίδας.
Το 2023, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της γεωργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθε σε 221,6 δισ. ευρώ. Το ποσό μοιάζει υψηλό, μέχρι να το συγκρίνει κανείς με τα υπόλοιπα στάδια της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων.
Μόνο η βιομηχανία τροφίμων και ποτών ανήλθε σα 299 δισ. ευρώ το 2023, δηλαδή περίπου 37% περισσότερα από τη γεωργία. Στη συνέχεια, χονδρεμπόριο, λιανεμπόριο και εστίαση πρόσθεσαν ακόμη 549 δισ. ευρώ. Όσο το προϊόν περνά από τη μεταποίηση, το εμπόριο και τη λιανική, η συνολική του αξία αυξάνεται. Το μερίδιο του αγρότη, όμως, παραμένει το χαμηλότερο σε όλη την αλυσίδα.
Αυτή η ανισορροπία βρίσκεται στον πυρήνα των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή γεωργία. Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, στην έκδοση «Key Figures on the European Food Chain», μας δείχνουν ότι η πίεση που βιώνουν οι αγρότες δεν οφείλεται μόνο στο κόστος παραγωγής ή στις καιρικές συνθήκες. Συνδέεται και με το πώς κατανέμεται το εισόδημα σε κάθε στάδιο, από την παραγωγή έως την κατανάλωση.
Οι παραγωγοί κρατούν μόνο τα 43€ από κάθε 100€ που παράγουν
Το 2024, η γεωργική παραγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθε σε 531,9 δισ. ευρώ σε συνολική αξία παραγωγής.
Από αυτά, περίπου 57 ευρώ στα 100 χρησιμοποιούνται άμεσα για την κάλυψη ενδιάμεσων δαπανών: λιπάσματα, ενέργεια, ζωοτροφές, σπόροι, καύσιμα και λοιπές εισροές. Το καθαρό αποτέλεσμα που απομένει ως προστιθέμενη αξία για τον αγροτικό τομέα είναι περίπου 43 ευρώ στα 100.
Σε επίπεδο ΕΕ, αυτό μεταφράστηκε το 2024 σε 228,6 δισ. ευρώ ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας από συνολική παραγωγή 531,9 δισ. ευρώ. Το ποσό αντιστοιχεί μόλις στο 1,2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Ένας τομέας που καλύπτει τις διατροφικές ανάγκες 450 εκατομμυρίων ανθρώπων συμμετέχει σχετικά περιορισμένα στο συνολικό οικονομικό αποτύπωμα της Ένωσης.
Η σημασία αυτής της αναλογίας διαφέρει από χώρα σε χώρα. Στην Ελλάδα, η γεωργία αντιπροσωπεύει το 3,2% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Στη Ρουμανία το ποσοστό φτάνει το 2,5% και στην Ισπανία το 2,3%. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η γεωργία δεν είναι απλώς ένας κλάδος της οικονομίας, αλλά βασικός πυλώνας περιφερειακής ανάπτυξης. Όταν το εισόδημα που δημιουργείται στο χωράφι περιορίζεται, οι επιπτώσεις επηρεάζουν την τοπική οικονομία, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά της υπαίθρου.
Αν συγκρίνει κανείς τα επόμενα στάδια της αλυσίδας, η διαφορά είναι εμφανής. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία τροφίμων και ποτών, με 309.000 επιχειρήσεις και 4,8 εκατομμύρια εργαζομένους, δημιούργησε 299 δισ. ευρώ προστιθέμενης αξίας το 2023. Το χονδρεμπόριο, το λιανεμπόριο και η εστίαση ήταν ακόμη μεγαλύτερα: 2,7 εκατομμύρια επιχειρήσεις, 17,1 εκατομμύρια εργαζόμενοι και 549 δισ. ευρώ προστιθέμενης αξίας.
Συνολικά, τα στάδια της αλυσίδας τροφίμων μετά τον παραγωγό απόφεραν περίπου 848 δισ. ευρώ, σχεδόν τετραπλάσια αξία από τη γεωργία.
Η εικόνα αυτή επαναλαμβάνεται σε κάθε προϊόν. Ένα λίτρο γάλα, ένα κιλό σιτάρι ή ένα τελάρο ντομάτες αποκτούν μεγαλύτερη οικονομική αξία όσο περνούν από τη μεταποίηση, τη συσκευασία, τη μεταφορά και τη λιανική. Το μερίδιο του αγρότη στην τελική τιμή, ωστόσο, μειώνεται διαχρονικά, ανάμεσα στο αυξανόμενο κόστος παραγωγής και τη διαπραγματευτική ισχύ των μεγάλων αγοραστών.
Η μεταποίηση συγκεντρώνεται σε λίγους μεγάλους παίκτες
Ο κλάδος της μεταποίησης τροφίμων στην ΕΕ δεν λειτουργεί με ίσους όρους για όλους. Στα χαρτιά, η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι μικρές. Το 95,8% των μονάδων τροφίμων και ποτών απασχολεί λιγότερους από 50 εργαζομένους.
Ωστόσο, η οικονομική ισχύς συγκεντρώνεται αλλού. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, με περισσότερους από 250 εργαζομένους, παρήγαγαν το 2023 το 56,8% της συνολικής προστιθέμενης αξίας στη μεταποίηση τροφίμων και το 65,2% στη μεταποίηση ποτών.
Σε επίπεδο χωρών, η Γερμανία αντιστοιχεί στο 20,9% της συνολικής προστιθέμενης αξίας της ευρωπαϊκής μεταποίησης τροφίμων και η Γαλλία στο 15,9%. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις που ελέγχονται από ξένα κεφάλαια ενισχύουν περαιτέρω τη συγκέντρωση. Το 2022 παρήγαγαν το 26,8% της προστιθέμενης αξίας του κλάδου, ενώ απασχολούσαν μόλις το 16,5% των εργαζομένων. Αυτό δείχνει μοντέλα έντασης κεφαλαίου, με υψηλή απόδοση ανά εργαζόμενο.
Η συγκέντρωση αυτή δεν είναι απλώς στατιστικό στοιχείο. Επηρεάζει άμεσα το ποιος διαπραγματεύεται και με ποιους όρους.
Το παράδειγμα της Ελλάδας
Η Ελλάδα, μαζί με την Κύπρο, εμφανίζει από τα υψηλότερα ποσοστά εξειδίκευσης στη μεταποίηση τροφίμων σε σχέση με τη συνολική της μεταποιητική δραστηριότητα. Θα περίμενε κανείς ότι αυτό θα μεταφραζόταν σε ισχυρότερη σύνδεση και μεγαλύτερο όφελος για τους Έλληνες παραγωγούς.
Στην πράξη, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Ο κλάδος απασχολεί σημαντικό αριθμό εργαζομένων, αλλά η προστιθέμενη αξία που δημιουργεί είναι συγκριτικά χαμηλή. Το 2023, η διαφορά ανάμεσα στο ποσοστό συμμετοχής της μεταποίησης τροφίμων στην απασχόληση και στο αντίστοιχο ποσοστό στην προστιθέμενη αξία έφτασε τις 10,4 ποσοστιαίες μονάδες, από τις μεγαλύτερες αποκλίσεις στην ΕΕ.
Αυτό σημαίνει ότι η μεταποίηση τροφίμων στην Ελλάδα απασχολεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων, χωρίς όμως να συμβάλλει ανάλογα στην προστιθέμενη αξία του κλάδου.
Όταν οι ίδιες οι μεταποιητικές επιχειρήσεις λειτουργούν με μικρά περιθώρια κέρδους, ο χώρος διαπραγμάτευσης για τον αγρότη που τις προμηθεύει είναι ακόμη μικρότερος. Και αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Σε ολόκληρη την ΕΕ, όταν η αλυσίδα από το εργοστάσιο μέχρι το ράφι ελέγχεται από λίγους μεγάλους παίκτες, ο μεμονωμένος παραγωγός δύσκολα μπορεί να πετύχει καλύτερους όρους, ακόμη κι αν η τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής είναι σημαντικά υψηλότερη.
Οι τιμές τροφίμων αυξήθηκαν 44% σε μια δεκαετία. Το εισόδημα των αγροτών όχι στον ίδιο βαθμό.
Από το 2014 έως το 2024, οι τιμές τροφίμων για τον καταναλωτή στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 44,4%. Την ίδια περίοδο, ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε λόγω πληθωρισμού κατά 29,8%. Τα τρόφιμα ανατιμήθηκαν αισθητά περισσότερο από το σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών, ιδιαίτερα την περίοδο 2022–2023, όταν η ακρίβεια έπληξε έντονα τα νοικοκυριά.
Οι υψηλότερες τιμές στο ράφι, όμως, δεν μεταφράστηκαν αναλογικά σε υψηλότερα αγροτικά εισοδήματα.
Το πραγματικό γεωργικό εισόδημα ανά εργαζόμενο στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 93,6% μεταξύ 2009 και 2024. Το ποσοστό φαίνεται εντυπωσιακό. Ωστόσο, στην ίδια δεκαπενταετία, το συνολικό γεωργικό εισόδημα του κλάδου αυξήθηκε μόλις κατά 31,1%, ενώ το 32,3% του αγροτικού εργατικού δυναμικού εγκατέλειψε τον κλάδο. Το εισόδημα ανά εργαζόμενο σχεδόν διπλασιάστηκε, όχι επειδή ο τομέας κέρδισε σημαντικά περισσότερα, αλλά επειδή λιγότεροι εργαζόμενοι μοιράζονταν το σύνολο.
Το 2023, οι δαπάνες των νοικοκυριών στην ΕΕ για τρόφιμα, ποτά και υπηρεσίες εστίασης έφτασαν τα 1,93 τρισ. ευρώ. Από αυτό το ποσό που διακινείται στην αλυσίδα τροφίμων, μόνο ένα μικρό μέρος καταγράφεται ως προστιθέμενη αξία της γεωργίας. Το υπόλοιπο κατευθύνεται στη μεταποίηση, στη μεταφορά και διανομή, στα περιθώρια λιανικής και στην εστίαση.
Οι επιδοτήσεις στηρίζουν πολλές εκμεταλλεύσεις, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο παντού
Το 2023, οι άμεσες ενισχύσεις της ΕΕ αντιστοιχούσαν στο 19,1% του γεωργικού εισοδήματος σε επίπεδο Ένωσης. Σε ορισμένες χώρες, η εξάρτηση είναι ιδιαίτερα υψηλή. Στην Εσθονία, οι άμεσες ενισχύσεις κάλυψαν το 89,5% του γεωργικού εισοδήματος, στη Λετονία το 63,9% και στη Λιθουανία το 61,4%.
Στον αντίποδα, στις Κάτω Χώρες το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 5,5% και στην Ιταλία 10,5%.
Οι διαφορές αυτές δεν σχετίζονται μόνο με την παραγωγικότητα. Αντανακλούν και το πόση αξία μπορεί να παραμείνει στον αγροτικό τομέα κάθε χώρας. Εκεί όπου η παραγωγή είναι πιο διαφοροποιημένη ή όπου οι αγρότες διαθέτουν ισχυρότερη θέση στην αγορά, μέσω συνεταιρισμών, προϊόντων με προστατευόμενη ονομασία ή απευθείας πωλήσεων, η εξάρτηση από επιδοτήσεις είναι συνήθως χαμηλότερη.
Η συζήτηση γύρω από την Κοινή Αγροτική Πολιτική περιστρέφεται διαχρονικά γύρω από αυτό το σημείο. Οι επιδοτήσεις καλύπτουν το κενό που αφήνει η αγορά, όμως δεν αλλάζουν τους όρους με τους οποίους διαμορφώνονται οι τιμές στην αλυσίδα τροφίμων. Όσο η μεγαλύτερη οικονομική αξία συγκεντρώνεται στα στάδια μετά το χωράφι, οι άμεσες ενισχύσεις λειτουργούν ουσιαστικά ως μηχανισμός στήριξης ενός τομέα που η ίδια η αγορά δεν ανταμείβει αναλογικά.
Πώς θα μπορούσε να γίνει πιο ισορροπημένη η αλυσίδα τροφίμων;
Η Ιταλία, η Γαλλία και η Ελλάδα έχουν αναπτύξει εκτεταμένα συστήματα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) και Γεωγραφικών Ενδείξεων (ΠΓΕ). Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025, τα καταχωρισμένα προϊόντα ΠΟΠ ανέρχονταν σε:
- Ιταλία: 585
- Γαλλία: 478
- Ελλάδα: 114
Οι πιστοποιήσεις αυτές δίνουν τη δυνατότητα στους παραγωγούς να διαφοροποιούνται με βάση την προέλευση και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, αντί να ανταγωνίζονται αποκλειστικά στην τιμή. Όταν το προϊόν συνδέεται με συγκεκριμένο τόπο και πρότυπα παραγωγής, δημιουργείται περιθώριο για υψηλότερη προστιθέμενη αξία που παραμένει στην τοπική οικονομία.
Παράλληλα, οι βραχείες αλυσίδες διάθεσης με λιγότερους μεσάζοντες και οι απευθείας πωλήσεις μειώνουν τα ενδιάμεσα στάδια. Αγορές παραγωγών και σχήματα κοινοτικής υποστήριξης της γεωργίας επιτρέπουν στον αγρότη να διατηρεί μεγαλύτερο μέρος της τελικής τιμής.
Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί παραμένουν επίσης σημαντικό εργαλείο. Μέσω συλλογικής οργάνωσης, οι παραγωγοί ενισχύουν τη διαπραγματευτική τους θέση απέναντι σε μεγάλους αγοραστές.
Για τους παραγωγούς υπάρχει και η δυνατότητα απευθείας σύνδεσης με αγοραστές μέσω ψηφιακών αγορών. Η καταχώριση προϊόντων στο Wikifarmer Marketplace και η πρόσβαση σε εργαλεία παρακολούθησης τιμών σε πραγματικό χρόνο μπορούν να ενισχύσουν τη διαφάνεια και τη διαπραγματευτική θέση του παραγωγού.
Καμία από αυτές τις προσεγγίσεις δεν αρκεί από μόνη της για να καλύψει πλήρως το χάσμα αξίας. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι ένα σύστημα στο οποίο ο πρωτογενής τομέας διατηρεί σταθερά το μικρότερο μερίδιο υπονομεύει τη βιωσιμότητα της αγροτικής παραγωγής σε βάθος χρόνου. Δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα ισορροπίας στην κατανομή του εισοδήματος, αλλά και για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα του ευρωπαϊκού διατροφικού συστήματος.







